Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

ΦΑΙΣΤΟΣ


ΦΑΙΣΤΟΣ

«Και των Κρητών ήτο αρχηγός ο Ιδομενεύς ο ανδρείος, 
όσους απόστειλε η Κνωσός και η πυργωμένη Γόρτυς
και ο λευκόγειος Λύκαστος και η Μίλητος και η Λύκτος,
το Ρύτιον και η Φαιστός χώρες λαμπρές και άλλοι
οπού την εκατόμπολιν εκατοικούσαν Κρήτην.»
                          (Ομήρου Ιλιάδα, ραψ.Β, στ. 645-649, μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)
ΓΕΝΙΚΑ
Η Φαιστός ήταν αρχαία πόλη και ανακτορικό κέντρο της μινωικής Κρήτης στο νότιο τμήμα του νησιού και δεύτερο σημαντικότερο κέντρο μετά τη Κνωσό. Γίνεται συχνά αναφορά στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Η πιο πρώιμη σωζόμενη αναφορά βρίσκεται στον Όμηρο και πιο συγκεκριμένα, στην Ιλιάδα (Β 648) και στην Οδύσσεια ( Γ 269). Η Φαιστός φαίνεται ως πόλη «ευ ναιετάωσα», δηλαδή καλά κατοικημένη, ενώ τα ομηρικά έπη αναφέρουν πως συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο, στον Νηών Κατάλογον. Ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι η Φαιστός μαζί με τη Κνωσό και τη Κυδωνία, ήταν οι τρεις πόλεις που ίδρυσε ο Μίνωας στη Κρήτη. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, του Παυσανία και του Στέφανου του Βυζάντιου, υποστηρίζουν στα κείμενά τους ότι ιδρυτής της ήταν ο Φαίστος γιος του Ηρακλή ή του Ραπάλου.
Είχε δικά της νομίσματα και είχε συνάψει συμμαχία μαζί με άλλες αυτόνομες πόλεις της Κρήτης, με το βασιλιά της Περγάμου, Ευμένη Β΄. Τα αρχαιότερα νομίσματα της Φαιστού δείχνουν την Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο. Άλλα παρουσιάζουν τον Τάλω (= χάλκινο τέρας που κατασκεύασε ο Ήφαιστος και το δώρισε στο Μίνωα ή στην Ευρώπη, για να προστατεύει τις ακτές της Κρήτης από κάθε επιδρομέα.) ή τον Ηρακλή χωρίς γένια και εστεμμένο ή το Δία με μορφή γυμνού νέου που κάθεται σε δέντρο. Σε όλα τα νομίσματα επικρατεί η επιγραφή  ΦΑΙΣ ή ΦΑΙΣΤΙ(ων), γραμμένη προς τα δεξιά ή την αριστερή πλευρά της συμβολικής παράστασης.
Φαίστιος ήταν και ο Επιμενίδης, ο σοφός που κλήθηκε από τους Αθηναίους να αποκαθάρει το άστυ από το Κυλώνειο άγος.
Οι Φαίστιοι διακρίνονταν για τα αστεία γνωμικά τους.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Ο εντοπισμός της Φαιστού έγινε από τον Άγγλο πλοίαρχο Σπρατ, ο οποίος περιηγήθηκε στη Κρήτη την περίοδο 1851-1853, στον ανατολικότερο μέρος  μιας σειράς λόφων που δεσπόζουν στη πεδιάδα της κάτω Μεσαράς, νότια του ποταμού Γεροπόταμου (αρχαία ονομασία: Ληθαίος). Ο εντοπισμός και η ταύτιση της Φαιστού έγιναν με βάση τις πληροφορίες του Στράβωνα, ο οποίος και καθόριζε τη θέση της πόλης από τη γειτονική Γόρτυνα, τα Μάταλα ή Μάταλον (επίνειο της Φαιστού) και τη θάλασσα. Το 1884, ο Ιταλός αρχαιολόγος Άλμπερ, επισκεύθηκε τον χώρο της Φαιστού. Η τυχαία ανεύρεση πρωτομινωικών ταφικών κτερισμάτων κοντά στο ναΐσκο του Αγίου Ονούφριου και η ανακάλυψη του σπηλαίου των Καμαρών στις πλαγιές του Ψηλορείτη, απέναντι από τη Φαιστό, ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο το αρχαιολογικό ενδιαφέρον για τη περιοχή. Το 1898 δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες για ανασκαφές και παραχωρήθηκε στην ιταλική αποστολή το δικαίωμα ανασκαφών. Τον Ιούνιο του 1900  ανακαλύφθηκε το ανάκτορο της Φαιστού και το 1909 ανακαλύφθηκε το νεότερο ανάκτορο. Το 1950 συνεχίστηκαν στο χώρο της Φαιστού οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών. Ήρθαν στο φως μεγάλα τμήματα του πρώτου   ανακτόρου, πολύχρωμα αγγεία καμαραϊκού ρυθμού και μια σειρά σφραγιδόλιθων. Γύρω από το ανάκτορο, στις πλαγιές και στους πρόποδες του λόφου, θα πρέπει να εκτεινόταν ο οικισμός όπως φανερώνουν οι μινωϊκές οικίες που αποκαλύφθηκαν στη θέση Χάλαρα (ανατολικά του ανακτόρου) και βόρεια από το μικρό ναό της Αγ. Φωτεινής. Η πόλη της Φαιστού πιθανότατα εκτεινόταν και προς τα νότια έως το σημερινό χωριό Άγ. Ιωάννης. Στα νοτιοδυτικά της Φαιστού στη θέση Καμηλάρης, βρέθηκε ένας μεγάλος και πλούσιος κτερισμένος θολωτός  τάφος. Στα βορειοανατολικά της πόλης, στη θέση Καλύβια, ανασκάφηκαν από τον Στέφανο Ξανθουδίδη πλούσια κτερισμένοι τάφοι της πρώιμης μυκηναϊκής περιόδου.
Γενικά, τα ερείπια της Φαιστού καταλαμβάνουν  μια μεγάλη έκταση και καλύπτουν, σχεδόν με συνεχή κατοίκηση, μια εκτεταμένη χρονική περίοδο, η οποία χρονολογείται από τη νεολιθική εποχή έως τη ύστερη ελληνιστική περίοδο.
Λείψανα της οικιών της νεολιθικής εποχής ανακαλύφθηκαν σε ορισμένα σημεία κάτω από τα δάπεδα της δυτικής πτέρυγας και της κεντρικής  αυλής του ανακτόρου. Στο νότιο μέρος της αυλής βρέθηκε επίσης μια κυκλική κατασκευή της ίδιας εποχής. Άλλα κινητά ευρήματα που ήρθαν στο φως περιλαμβάνουν κομμάτια από σπασμένα αγγεία, λίθινους πελέκεις, λεπίδες οψιδιανού και πήλινα αναθηματικά ειδώλια.
Υπονεολιθικά κεραμικά ευρήματα και λείψανα της προανακτορικής περιόδου (2600-1900 π.Χ.)αποκαλύφθηκαν στη δυτική πτέρυγα και στο περιστύλιο της βόρειας πτέρυγας. Προανακτορικά ευρήματα βρέθηκαν επίσης έξω από την πρόσοψη των παλαιών ανακτόρων, στο νοτιοδυτικό τομέα και πάνω από τη κυκλική κατασκευή που αναφέρθηκε.
Το πρώτο ανάκτορο χτίστηκε λίγο μετά το 2000 π.Χ. και είναι γνωστό σήμερα χάρη στις έρευνες του Περνιέ και κυρίως του σημαντικού Ιταλού αρχαιολόγου Ντόρο Λέβι, ο οποίος ανακάλυψε ένα μεγάλο τμήμα τους. Το τμήμα αυτό βρίσκεται χαμηλότερα από τη δυτική αυλή και έχει ωραία πρόσοψη με πλαστική εξωτερική διαμόρφωση, λιθόστρωτη αυλή και μια πυργοειδή προεξοχή με ράμπα, η οποία οδηγεί σε υψηλότερο επίπεδο. Το παλαιό ανάκτορο καταστράφηκε τρεις φορές σε χρονικό διάστημα περίπου τριών αιώνων. Μετά τη πρώτη και τη δεύτερη καταστροφή έγινε επισκευή και ανοικοδόμηση, γι’αυτό και διακρίνονται τρεις οικοδομικές φάσεις.
Μετά τη τελευταία καταστροφή που έλαβε χώρα γύρω στο 1700 π.Χ., τα παλαιά ανάκτορα έπαψαν να χρησιμοποιούνται και έγινε ριζική ανοικοδόμηση του ανακτορικού κέντρου. Η γραμμή των προσόψεων άλλαξε και κατασκευάστηκαν άνδηρα (= σωροί χώματος στην άκρη ποταμού ή τάφρου ως ανάχωμα ) που βρίσκονταν ψηλότερα από τα προηγούμενα. Κατά τη περίοδο αυτή η δυτική πρόσοψη του παλαιού ανακτόρου μεταφέρθηκε ανατολικότερα και διαμορφώθηκαν τα μεγαλοπρεπή ανάκτορα της νεοανακτορικής περιόδου. Οι βαθμίδες του θεατρικού χώρου  σε συνδυασμό με δυο λαμπρά κλιμακοστάσια, καθιστούσαν μεγαλοπρεπή την προσπέλαση προς την κύρια αίθουσα των προπυλαίων με τις ψηλές πόρτες. Μια δίδυμη πύλη οδηγούσε κατευθείαν στη κεντρική αυλή μέσω ενός δρόμου με μεγάλο πλάτος. Η λαμπρότητα του εσωτερικού των αιθουσών οφειλόταν στην επένδυση των δαπέδων και των τοίχων με πλάκες λεπτόκοκκου και λευκού γυψόλιθου. Στους επάνω ορόφους της δυτικής πτέρυγας υπήρχαν ευρύχωρες αίθουσες τελετουργιών, αν και οι ακριβής αποκατάστασή τους δεν κατέστη δυνατή. Μια λαμπρή είσοδος από τη κεντρική αυλή οδηγούσε στα βασιλικά διαμερίσματα στο βόρειο τμήμα του ανακτόρου, τα οποία έβλεπαν στις κορυφές του Ψηλορείτη, ενώ για τη κατασκευή τους είχε χρησιμοποιηθεί μέχρι και αλάβαστρο. Για τους πρίγκιπες υπήρχαν ιδιαίτερα δωμάτια, μικρότερα και λιγότερο πολυτελή από τα δωμάτια των βασιλικών διαμερισμάτων. Στους αποθέτες του βόρειου συγκροτήματος βρέθηκε και ο περίφημος δίσκος της Φαιστού, στον οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω.
Τα εργαστήρια ήταν συγκεντρωμένα γύρω από μια αυλή στο ανατολικό τμήμα του ανακτόρου, κοντά στη δεξαμενή καθαρμών. Το δυτικό τμήμα του ανακτόρου περιλάμβανε αποθήκες και ιερά. Στο κέντρο της κύριας αυλής ανακαλύφθηκε ένα πεταλόσχημο κτίριο, που θα πρέπει να αποτελούσε ένα είδος υψικαμίνου για τη τήξη του χαλκού.
H ζωή των νέων ανακτόρων τερματίστηκε οριστικά κατά την περίοδο μεταξύ του 1500 και 1450 π.Χ. αφού τη χρονική αυτή περίοδο το ίδιο συνέβη και με όλα υ\τα σημαντικά μινωικά κέντρα. Η χρονολογία προκύπτει από τη κεραμική, καθώς από τα ευρήματα απουσιάζουν δείγματα του ανακτορικού ρυθμού που αναπτύχθηκε στη Κνωσό στην επόμενη φάση. Επίσης στη  Φαιστό υπάρχουν δείγματα της γραμμικής Β΄ . Κατά την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο όμως, θα πρέπει να επανακατοικήθηκαν πολλά από τα τμήματα του ανακτόρου. Η ζωή της πόλης συνεχίστηκε και στους ιστορικούς χρόνους, αφού κατά τις ανασκαφές των τελευταίων χρόνων ήρθαν στο φώς λείψανα της πρωτογεωμετρικής και γεωμετρικής φάσης (9ος- 7ος αι. π.Χ.) στα νοτιοδυτικά του ανακτόρου. Το πιο σημαντικό από τα κτίσματα της αρχαϊκής περιόδου είναι ο ναός της  Ρέας ή της Λητούς, ο οποίος βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία του ανακτόρου. Χαρακτηριστικά ευρήματα της αρχαϊκής περιόδου αποτελούν και ορισμένοι εντυπωσιακοί ανάγλυφοι πίθοι. Άλλοι γεωμετρικοί οικισμοί έχουν εντοπιστεί στις θέσεις Αφέντης Χριστός και Αγία Φωτεινή. Στη θέση Χάλαρα, ανατολικά του ανακτόρου, ανακαλύφθηκαν οικίες της ελληνιστικής περιόδου με κύρια χαρακτηριστικά την πρόσοψη από λαξευτούς πωρόλιθους και την ύπαρξη κλίμακας, οι οποίες και εμφανίζουν δυο διαδοχικές φάσεις κατοίκησης.
Γύρω στο 150 π.Χ. η Φαιστός ηττήθηκε από τη γειτονική ( και ισχυρότερη τότε) πόλη της Γόρτυνας και καταστράφηκε ολοσχερώς.

Ο ΔΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΦΑΙΣΤΟΥ
Πήλινος δίσκος που βρέθηκε το1908 σε μινωϊκό ερείπιο της Φαιστού. Έχει διάμετρο 17 εκατοστά του μέτρου και φέρει στις δυο επιφάνειές του, επιγραφή σε μινωϊκή γραφή, σε άγνωστη γλώσσα που αναπτύσσεται σπειροειδώς από τη περιφέρεια προς το κέντρο. Πρόκειται για 241 αυτοτελή και 61 ομαδικά σημεία, που αποτελούν κράμα συλλαβικής και ιδεογραφικής γραφής. Τα στοιχεία είχαν ¨τυπωθεί ¨ πάνω στο δίσκο με μικρές σφραγίδες πριν ακόμη ψηθεί στον κεραμευτικό κλίβανο. Το συχνότερο ιερογλυφικό σημείο είναι παράσταση πολεμιστή με φτερωτό κάλυμμα που θυμίζει τις περικεφαλαίες των Φιλισταίων. Ο Έβανς υποθέτει  πως η γραφή είναι μικρασιατική, ίσως της Λυκίας, και το κείμενο είναι ύμνος προς τιμή της Κυβέλης. Άλλοι πιστεύουν ότι πρόκειται για έγγραφο που ρυθμίζει δοσοληψίες μεταξύ ηγεμόνων της Φαιστού και της Ανατολής.

Θεωρείται έργο του 1700-1600 π.Χ. και ο αινιγματικός του  χαρακτήρας αποτέλεσε αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους μελετητές.




ΠΗΓΕΣ:
1.Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
2. «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου»  του Γιάννη Λάμψα
3. «Ομήρου Ιλιάδα» , μετάφραση Ιακώβου Πολυλά
4. Διαδίκτυο (φωτογραφίες)

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Γεύματα Αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων

ΓΕΥΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΩΝ

 (Ο σκοπός που έχω συμπεριλάβει την αρχαία Ρώμη, είναι ώστε ο αναγνώστης να δει τις ομοιότητες και τις διαφορές, αλλά και μερικές συνήθειες που επικρατούν μέχρι και σήμερα στη σημερινή Ελλάδα).

ΕΛΛΑΔΑ
Στην Ελλάδα της ομηρικής εποχής, οι πολεμιστές έτρωγαν κυρίως βοδινό κρέας, χοιρινό κρέας, ψωμί, τυρί και γάλα, περιφρονώντας τελείως τα ψάρια. Αργότερα όταν διαδόθηκε η καλλιέργεια της γης, η διατροφή τους άλλαξε. Το κρέας έγινε πιο σπάνιο και το έτρωγαν συνήθως ύστερα από θυσίες ή σε δημόσια συμπόσια, βάζοντας τώρα στη διατροφή τους το ψάρι.
Βασικό φαγητό των Ελλήνων της ιστορικής περιόδου ήταν το σιτάρι, με μορφή ψωμιού ή χυλού, νωπό ή αφυδατωμένο ψάρι, διάφορα είδη  αλλαντικών, λαχανικά, φρούτα φρέσκα ή ξερά, ελαιόλαδο και μέλι. Το κρασί τους ήταν πολύ δυνατό (ξεπερνούσε τους 20 οινοπνευματικούς βαθμούς) γι’ αυτό το έπιναν ανακατεμένο με νερό. Τα συμπόσια που έδιναν οι πλούσιοι ήταν πιο εξεζητημένα και δαπανηρά. Περιλάμβαναν κυνήγι και εκλεκτά κρασιά.
Στις φιλοσοφικές υπήρχαν κανόνες για το φαγητό και τα ποτά. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε καταρτίσει ένα τέτοιο μενού για τη σχολή του.
Οι Σπαρτιάτες ήταν πιο λιτοί. Έτρωγαν χοιρινό κρέας κυρίως, τυρί, σύκα, ψωμί, κρασί και ο μέλανας ζωμός τους, ο οποίος ήταν πασίγνωστος για την δυσάρεστη γεύση του  (=σφάζανε το χοίρο και φρόντιζαν με μεγάλη επιμέλεια να μαζέψουν το αίμα του μέχρι ρανίδος. Το αίμα ανακάτευαν με ξύδι για να μην πήξη. Κατόπιν τηγάνιζαν κρέας και λίπος και μέσα σ’ αυτό έριχναν νερό. Μόλις το νερό άρχιζε να βράζει ανακάτευαν μέσα σ’ αυτό αλεύρι κρίθινο και προσέθεταν λίγο-λίγο το αίμα με το ξύδι. Εν συνεχεία και ενώ συνέχιζε το βράσιμο ρίχνανε νερό ώστε να διατηρείται πάντα αραιά πηχτό, υδαρές. Όταν το παρασκεύασμα δεν απορροφούσε άλλο νερό εσήμαινε πως είχε βράσει και ήταν κατάλληλο για σερβίρισμα. Αυτό βέβαια το φαγητό με ξύδια μέσα, με αίμα, με λίπη και αλεύρια βρασμένα ήταν πολύ βαρύ. Για τους μακρινούς όμως προγόνους μας που κάνανε πολύ σκληρή και φυσική ζωή ήταν το πιο αγαπημένο τους φαγητό. Όταν αργότερα άλλαξαν τα πράγματα και σταματήσανε τα κοινά συσσίτια, οι κάτοικοι της Λακεδαίμονος και της Μάνης διατηρούσαν στα σπίτια τους δυο-τρία γουρούνια (χοιρινά), και παρασκεύαζαν στο σπίτι πλέον τον Μέλανα Ζωμόν ).
 Οι Έλληνες αθλητές έτρωγαν κυρίως φρέσκο τυρί, ώσπου κάποιος δρομέας εγκαινίασε δίαιτα με κρέας.

ΡΩΜΗ
Οι  Ρωμαίοι των πρώτων δημοκρατικών χρόνων ήταν κυρίως χορτοφάγοι και η δίαιτά τους ήταν λιτή. Το μόνο κρέας που έτρωγαν ήταν το χοιρινό ή το λαρδί (=χοιρινό λίπος). Το σιτάρι αποτέλεσε τη βασική τροφή και η προμήθειά του αποτελούσε θέμα μεγάλης απασχόλησης των αρμοδίων. Ο Πλίνιος λέει πως μέχρι το 171π.Χ. δεν υπήρχαν αρτοποιοί στη Ρώμη και το ψωμί παρασκευαζόταν από τις γυναίκες στο σπίτι. Όμως η αύξηση του προλεταριάτου των πόλεων έκανε τους φούρνους απαραίτητους. Οι αρτοποιοί ήταν και μυλωνάδες και χρησιμοποιούσαν γαϊδούρια για τους μύλους τους.
Πολλά είδη λαχανικών και φρούτων χρησιμοποιούνταν στη διατροφή των Ρωμαίων. Η ελιά άρχισε να χρησιμοποιείται στη δημοκρατική εποχή. Ένα ανάγλυφο του 1ου αι. π.Χ. που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, δείχνει ένα πρωτόγονο ελαιοτριβείο.
Το μέλι είχε τη θέση της ζάχαρης και το έφερναν από την Αττική και την Ισπανία.
Το ψάρι, τα πουλερικά και το κυνήγι αποτελούσαν πολυτέλειες και εμφανίστηκαν στο τέλος της δημοκρατικής περιόδου. Ο Ιουβενάλης (Σάτυραι ΧΙ) περιγράφει ένα τυπικό γεύμα της παλιάς εποχής, αποτελούμενο από σπαράγγια, αβγά, τις κότες που τα γέννησαν, σταφύλια, αχλάδια και μήλα. Συνηθίζονταν επίσης το παστό χοιρινό, το λαρδί, το φρέσκο κρέας (ιδίως έπειτα από θυσίες), τα λαχανικά. Στο τέλος της δημοκρατικής εποχής οι πλούσιοι έτρωγαν φασιανούς και πέρδικες.
Οι Ρωμαίοι έτρεφαν σαλιγκάρια για τα συμπόσιά τους. Από τα ψάρια ιδιαίτερα εκτιμούσαν το μπαρμπούνι, όταν μάλιστα ήταν μεγάλο, τα θαλάσσια χέλια που τα διατηρούσαν ζωντανά σε αλμυρό νερό.
Το πρωινό συνίστατο από ψωμί βουτηγμένο σε κρασί ή με μέλι, τυρί ή ελιές. Το κύριο φαγητό τους το έτρωγαν γύρω στις τρεις το απόγευμα. Το αποτελούσε ένα ένα ελαφρύ πρώτο πιάτο, μερικά κύρια πιάτα και φρούτο ή γλύκισμα. Το φαγητό ακολουθείτο μερικές φορές από μια οινοποσία όπου τηρούσαν μερικούς ελληνικούς κανόνες. Επί αυτοκρατορίας η ποικιλία και η πολυτέλεια μεγάλωσε πολύ ανάμεσα στους πλούσιους. Ο Ιουβενάλης (Σάτυραι V) μιλάει για τρούφες, συκώτι χήνας, αστακούς και σπαράγγια, μανιτάρια, στρείδια, μπεκάτσες και άλλα είδη κυνηγιού. Ο Πετρώνιος Άρπιτερ, ο συγγραφέας του Σατυρικού, δίνει μια εικόνα της πολυτέλειας των συμποσίων της εποχής του Νέρωνος στο Συμπόσιο του Τριμαλχίου του.
Το κρασί, την πρώτη τουλάχιστον εποχή, πινόταν ανακατεμένο με νερό. Η ιταλική παραγωγή κρασιού ήταν πολύ μεγάλη προς το τέλος της δημοκρατικής περιόδου. Το νέο κρασί έπρεπε είτε να πίνεται αμέσως είτε να αποθηκεύεται σε μεγάλα πήλινα κιούπια. Τα εκλεκτά κρασιά εισάγονταν από την Ελλάδα και τα ελληνικά νησιά. Αργότερα άρχισαν να παράγονται καλά κρασιά στην Ιταλία (Καμπανία και Λάτιο). Αυτά τα κρασιά, αφού η ζύμωσή τους συμπληρωνόταν στα κιούπια, διατηρούνταν σε αμφορείς σφραγισμένους με πίσσα ή άλλο υλικό και με επιγραφές που έδειχναν το έτος της εσοδείας.

ΠΗΓΕΣ:
1.            ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ελλάδα-Ρώμη του Γιάννη Λάμψα από τις Εκδόσεις ΔΟΜΗ
2.            Κωνσταντίνου Παπαδογεωργή, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Φάρος της Λακωνίας», αρ. φύλλου 463/28-4-83

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Αρχαία Νικόπολις

ΑΡΧΑΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ

Ξεκινώντας από τη Πάτρα προς τη Πρέβεζα, έχουμε τη δυνατότητα να επισκεφτούμε τη Νικόπολη. Η απόσταση από τη Πάργα στη Νικόπολη είναι 65 χιλιόμετρα. Πριν από τη Πρέβεζα υπάρχει δρόμος σε γωνία παράλληλη προς τη θάλασσα και κάνετε αριστερά προς τη Νικόπολη. Αν έρχεστε από την Ηγουμενίτσα, η Νικόπολη είναι από τη Πρέβεζα 6 χλμ. Η Νικόπολη βρίσκεται επί του στενού λαιμού της ηπειρωτικής χερσονήσου η οποία χωρίζει τον Αμβρακικό κόλπο από το Ιόνιο πέλαγος, ακριβώς απέναντι από το Άκτιο, περίπου 6 χλμ βόρεια της Πρέβεζας. Τώρα τα ερείπια της Νικοπόλεως ονομάζονται Παλαιοπρέβεζα (ονομασία που χρονολογείται από το 14ο αι.) .
Η επίκαιρη αυτή γεωγραφική της θέση, την καθιστούσε σύνδεσμο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά και αξιόλογο συγκοινωνιακό κόμβο της Δυτικής Ελλάδας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης τα λιμάνια της -όπως αναφέρονται από αρχαίους ιστορικούς- τα οποία συνέβαλαν στην ανάπτυξή της.
Η ίδρυση της Νικόπολης είναι συνέπεια της ναυμαχίας του Ακτίου η οποία έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. Πρωταγωνιστής ήταν ο ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός, ο επονομαζόμενος και Αύγουστος, ο οποίος ναυμάχησε με το στόλο του Μάρκου Αντωνίου όταν ο τελευταίος είχε συμμαχήσει με την αυτοκράτειρα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα.
Οι συνθήκες ίδρυσης της Νικόπολης σχετίζονται με διάφορες αφηγήσεις και ανέκδοτα. Ο στόλος του Οκταβιανού από τη Δύση ξεκίνησε από ορμητήριο των βορειότερων ηπειρωτικών παραλίων, ενώ οι ενωμένοι στόλοι του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας είχαν ορμητήριο το Άκτιο. Πριν από τη σύγκρουση, ο Οκταβιανός στρατοπέδευσε σε ένα ύψωμα που ονομάζεται Μιχαλίτσι. Από εκεί μπορούσε να εποπτεύσει τόσο το Ιόνιο και τον Αμβρακικό. Οχύρωσε το στρατόπεδό του και το συνέδεσε με τον έξω λιμένα μέσω μακρών τειχών. Λέγεται ότι, καθώς ένας χωρικός περνούσε από το στρατόπεδό του με το γάιδαρό του, ρωτήθηκε από τον Οκταβιανό πώς ονομαζόταν και εκείνος του απάντησε ότι ο ίδιος λεγόταν Ευτύχιος και ο γάιδαρός του Νίκων. Περιχαρής ο Ρωμαίος ερμήνευσε τη  σύμπτωση ως καλό οιωνό για την αναμενόμενη σύγκρουση. Μετά τη νίκη του, ίδρυσε στη θέση του στρατοπέδου υπαίθριο ιερό του προστάτη Απόλλωνα (ή του Ποσειδώνα και του Άρη, σύμφωνα με τον Σουητώνιο) και ανέθεσε εκεί τα έμβολα των πλοίων του νικημένου αντιπάλου, καθώς και ένα σύμπλεγμα του Ευτυχίου με τον Νίκωνα.   
Σε ανάμνηση της ναυμαχίας αυτής και της νίκης του Οκταβιανού, η οποία νίκη τον κατέστησε μόνο κύριο του ρωμαϊκού κράτους, ο Οκταβιανός ίδρυσε πόλη εκεί που είχε στήσει το στρατόπεδό του, δίνοντας το όνομα νίκης πόλη. Στη πόλη αυτή θα έμεναν όχι μόνο Ρωμαίοι άποικοι, αλλά κυρίως κάτοικοι από τις πολλές γύρω πόλεις οι οποίες είχαν ερημώσει από τις καταστροφές των Ρωμαίων κατακτητών. Όλοι αυτοί όπως ήταν φυσικό μετέφεραν τις δικές τους συνήθειες, ήθη και έθιμα αλλά και λατρείες.
Ο Οκταβιανός έδωσε ιδιαίτερη ισχύ και λαμπρότητα στη νεοϊδρυθείσα πόλη. Της παραχώρησε μεγάλα προνόμια και τη διακόσμησε με μεγαλόπρεπα κτίρια, αξιόλογα έργα τέχνης και αγάλματα, τα οποία τα μετέφερε από γειτονικές πόλεις. Όπως αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας, στη ¨Δελφική Αμφικτιονία¨, η Νικόπολη έστελνε έξι αντιπροσώπους (ιερομνήμονες). Όπως συνεπάγεται από τα παραπάνω, το ¨κτίσμα¨ του Οκταβιανού προσέλαβε από την αρχή καθαρά χαρακτήρα ελληνικό. Ξεπέρασε δε στην ανάπτυξη τις παλαιές πόλεις της Ελλάδας και έδωσε νέα πνοή σε όλη την –κυριολεκτικά- ερημωμένη περιοχή. Από τα χρόνια του Αιμίλιου Παύλου, τότε που οι πόλεις της Ηπείρου είχαν υποστεί φοβερές καταστροφές, όπου 70 πόλεις είχαν καταστραφεί και 15000 μάχιμοι Ηπειρώτες είχαν αιχμαλωτιστεί, και η Ήπειρος και η Αιτωλοακαρνανία παρήκμαζαν συνέχεια. Ο Στράβων χαρακτηριστικά αναφέρει : ¨και εν ερειπίοις λείπεται εκλέλοιπε δε πως και το μαντείο το έν Δωδώνη¨.    
Η νεοϊδρυθείσα πόλη της οποίας ο ελληνικός χαρακτήρας από τη ποιότητα της νομισματοκοπίας της, έγινε η πρωτεύουσα της Ακαρνανίας και της νότιας Ηπείρου στα τρία πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι κάτοικοί της ήταν περήφανοι γιατί ήταν ελεύθεροι και αυτόνομοι σε μια εποχή στην οποία οι άλλες πόλεις στερούνταν ελευθερίας και αυτονομίας. Γι’ αυτό λανθασμένα αναφέρουν ο Τάκιτος και ο Πλίνιος ότι ήταν ρωμαϊκή αποικία. Η πόλη είχε φτάσει σε έκταση τα 900 εκτάρια και ο πληθυσμός της τους 100000 κατοίκους.
Στη συνέχεια ο Οκταβιανός, σύμφωνα με την επιθυμία του να τιμήσει τον Άκτιο Απόλλωνα για τη βοήθεια που του προσέφερε και ταυτόχρονα για να διαιωνίσει την ανάμνηση της περίφημης ναυμαχίας, αποφάσισε την ανασύσταση των Ακτίων (παλιοί τοπικοί αγώνες των Ακαρνάνων).

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΙΔΡΥΣΗΣ
Όσον αφορά την ακριβή χρονολογία ίδρυσης, τόσο της Νικόπολης όσο και των Νέων Ακτίων, οι γνώμες των μεταγενέστερων χρονογράφων διχάζονται, ενώ παλιότεροι από αυτούς συγγραφείς όπως ο Στράβων, ο Σουητώνιος και Δίων ο Κάσσιος αναφέρουν μεν με λεπτομέρειες για την ίδρυση της πόλης και της τέλεσης των Ακτίων, αλλά δεν προσδιορίζουν με ακρίβεια το έτος. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Νικόπολης απορρέει από τη γεωγραφική της θέση, η οποία την τοποθετεί σαν ένα απαραίτητο και πολύτιμο σταθμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Παράλληλα όμως αυτό οφείλεται και στην αρχική διαμόρφωση της πόλης από τον ιδρυτή της.
Η Νικόπολη στα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια, ήταν μια μεγαλούπολη από τις πιο λαμπρές και περίφημες σε όλα τα περίγυρα βασίλεια. Έζησε περίπου χίλια χρόνια. Με ανάκτορα, λογής ναούς, θέατρα και ωδεία, στάδια, λουτρά, γυμνάσια, υδραγωγεία, αγάλματα, ασύγκριτες συρο-αιγυπτιακές ψηφιδωτές τέχνες και άλλες πολιτιστικές εστίες.
Στο χιλιόχρονο βίο της, διέγραψε ακμές και παρακμές, μεγαλεία και καταπτώσεις. Στον παρακάτω συνοπτικό πίνακα παραθέτουμε τα κυριότερα πρόσωπα και γεγονότα που διεύθυναν τις τύχες της Νικόπολης και έδρασαν κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο, πάνω σε αυτό το χώρο.

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΗ ΝΙΚΟΠΟΛΗ
Με  τις ανασκαφές και γενικότερα με τον αρχαιολογικό χώρο στη Νικόπολη, ασχολήθηκαν κατά καιρούς μετά το 1913 οι παρακάτω ειδήμονες, όπως, ο Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, ο Παναγιώτης Φουρίκης, ο Χρήστος Κοντός, ο Γεώργιος Σωτηρίου, ο Αναστάσιος Ορλάνδος, ο Ε. Μπιτζελέκης και ο Σωτήριος Δάκαρης τον  οποίο έχουμε αναφέρει στο ¨Νεκρομαντείο του Αχέροντα¨. Οι παραπάνω καθηγητές αποκάλυψαν πολλά εξέχοντα ευρήματα, επιγραφές,  νομίσματα κ.ά. Διαμόρφωσαν με τη λεπτομερή τους αρχαιολογική σκαπάνη, χώρους και μνημεία, όπως :
Το ρωμαϊκό θέατρο (στο χωριό Σμυρτούλα)
Το μικρό θέατρο (Ιουστινιάνειο τείχος)
Το Στάδιο (πλάι στο θέατρο)
Το Ιερό του Απόλλωνα (Ψήλωμα Σμυρτούλα)
Το ρωμαϊκό τείχος
Το ρωμαϊκό Υδραγωγείο
Το Επισκοπικό Μέγαρο
Το  Βυζαντινό ναό Δουμετίου Α΄
Το Βυζαντινό ναό Αλκίσονος Β΄
Το Μικρό Μουσείο
Λάρνακες, νάρθηκες
και νεκροταφεία στο ¨Μάζωμα¨και το Μύτικα.

Ναοί Απόλλωνα- Άρη –Ποσειδώνα
Στη κορυφή Μικαλίτσι, στο χωριό Σμυρτούλα (μεταξύ της διασταύρωσης Άρτας – Πρέβεζας) υπάρχει ο χώρος όπου ο Οκταβιανός είχε κατασκηνώσει. Μετά τη νίκη του έχτισε έχτισε το ναό του Απόλλωνα για να τον ευχαριστήσει για αυτή του τη νίκη και ακόμα ένα ναό αφιερωμένο στον Ποσειδώνα όπου τον διακόσμησε με έμβολα τριήρεων, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει.

Αμφιθέατρο
Κάτω τώρα από τη κορυφή Μικαλίτσι, υπάρχει το μεγαλοπρεπές Αμφιθέατρο, πράγματι εντυπωσιακό για τη θέση όπου βρίσκεται. Είναι δυνατόν στο κέντρο του Αμφιθεάτρου να δείτε τη τρύπα όπου υπήρχε η κολόνα που συγκρατούσε τη τέντα για τον ίσκιο στο χώρο.

Το Στάδιο
Το Στάδιο όπου γίνονταν κάθε πέντε χρόνια αγώνες, βρίσκεται βορειοδυτικά από το Αμφιθέατρο. Αυτό το Στάδιο, σε αντιπαράθεση με τα ελληνικά, έχει κλειστό κυκλικό σχήμα, ενώ στα ελληνικά υπάρχει άνοιγμα στη μία πλευρά. Οι αγώνες του Ακτίου ήταν για την ¨ευχαρίστηση¨ του Απόλλωνα.

Τα ρωμαϊκά λουτρά
Αυτά βρίσκονται νοτιοδυτικά του Σταδίου και ακόμα πιο νότια βρίσκεται το τείχος του Ιουστινιανού που χτίστηκε τον 6ο αι. Ο δρόμος για τη Πρέβεζα περνάει και χωρίζει την αρχαιολογική περιοχή σε δύο μέρη.

Η Εκκλησία του 4ου μ.Χ. αι.
Στην ανατολική πλευρά μπορεί κανείς να δει τη χριστιανική βασιλική του 4ου αι. μ.Χ. Είναι μεγάλη εκκλησία με πέντε χώρους αντί τριών που είναι το σύνηθες. Ο επίσκοπος Alkison έδωσε το όνομά του στην εκκλησία. Έζησε το 516 μ.Χ.
Στην εκκλησία μπορεί κάποιος να δει ένα ¨ρέλιεφ¨ από την εκκλησιαστική περίοδο που βρίσκεται στο ¨βήμα του ιερέα¨.

Το Ιουστινιάνειο τείχος
Στα δυτικά βλέπει κανείς το Ιουστινιάνειο τείχος, μεγαλοπρεπές και επιβλητικό, ως προς το ύψος και το πάχος του.

Το Ωδείο
Από τη δυτική πύλη του Ιουστινιάνειου τείχους βλέπει κανείς στα αριστερά το Ωδείο, το οποίο είναι επιμέρους αναστηλωμένο. Το καλοκαίρι, στο όμορφο αυτό κτίσμα, παρουσιάζονται εκεί διάφορες θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις.

Το Υδραγωγείο
Προχωρώντας από το Ωδείο προς τα βόρεια συναντά ο επισκέπτης το ρωμαϊκό υδραγωγείο. Διακρίνεται για την εντυπωσιακή τοιχοδομία του.

Βασιλική του 540 μ.Χ.
Πάνω στο δρόμο για τη Πρέβεζα και μέσα στον αρχαιολογικό χώρο υπάρχει το μουσείο της Νικόπολης. Μέσα σε αυτό το χώρο υπάρχουν τα υπόλοιπα της βασιλικής του 540 μ.Χ. όπου πήρε το όνομά της από το μοναχό Δομέτιο. Το μωσαϊκό είναι καταπληκτικό και έχει σχέδια του Παραδείσου.

Μουσείο
Μέσα στο χώρο του μουσείου εκτίθενται διάφορα αγάλματα και τάφοι της εποχής εκείνης.



ΠΗΓΕΣ:
1.              ¨ΤΑ  ΑΡΧΑΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΟΠΟΛΗΣ¨ - PETER KUMENHOVEN (Εκδόσεις ΗΛΙΑΝΘΟΣ).
2.              ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Ελλάδα-Ρώμη ) του Γιάννη Λάμψα από τις εκδόσεις ΔΟΜΗ
3.              ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΔΟΜΗ
4.              ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (φωτογραφίες)

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Αρχαία Κασσώπη

ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΣΣΩΠΗ

ΓΕΝΙΚΑ
Η νοτιότερη ακτή της Ηπείρου έως τον Αμβρακικό κόλπο που αντιστοιχεί στο νομό Πρεβέζης. Κάτοικοί της ήταν οι Κασσωπαίοι και κύριες πόλεις της η Κασσωπία, η Ελάτρεια(ή Ελάτεια), η Πανδωσία κ.λ.π. Βρίσκεται κοντά στο Ζάλογγο (1 χλμ) και 25 χλμ από την  Πρέβεζα., κοντά στο χωριό Αρχάγγελος. Προσωπικά δεν ήξερα ότι υπήρχε μια πόλη με τέτοιο όνομα. Νόμιζα πως ήταν μόνο το όνομα ενός αστερισμού. Είχα κάνει μεγάλο λάθος. Έτσι ένοιωσα την επιτακτική ανάγκη να γράψω για την Αρχαία Κασσώπη, πιστεύοντας πως και κάποιος άλλος μπορεί να μην γνωρίζει αυτή τη πόλη -κράτος. Ενώ είναι σχεδόν κοντά με την Αρχαία Νικόπολη.
Φτάνοντας στη Κασσώπη θα δείτε πινακίδα –υπήρχε τουλάχιστον όταν είχα πάει το 1993- όπου εκεί ξεκινά των λίγων μέτρων μονοπάτι που μας φέρνει μπροστά στα κτίσματα της Αρχαίας Κασσώπης. Ο αρχιτέκτονας Ιππόδαμος από τη Μίλητο έχει ¨χαράξει¨ με τον ίδιο τρόπο παρόμοιες πόλεις όπως τη Πρίνα στη Μ. Ασία, όπου έχει χωρίσει τον όλο χώρο σε τετράγωνα κτίσματα έτσι τοποθετημένα ώστε να ανταποκρίνονται και στην ουράνια θέση του αστερισμού Κασσώπης- Κηφέα- Ανδρομέδας.
Από το χωριό Αρχάγγελος μπορείτε να δείτε αυτούς τους αστέρες μια βραδιά που έχει καθαρό ουρανό.
Η Κασσώπη κτίστηκε το έτος 360 π.Χ. όπου και άκμασε, ιδιαίτερα από το 232 π.Χ. έως το 168 π.Χ. Το 168 π.Χ. καταστράφηκε από τους Ρωμαίους. Μετά την άνοδο της Νικόπολης, η Κασσώπη  χάθηκε. Υπάρχει μια πιθανότητα οι κάτοικοί της να μετοίκισαν στη Νικόπολη.

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Η Κασσώπη ήταν σύζυγος του βασιλιά της Αιθιοπίας, Κηφέα και είχε κόρη της την Ανδρομέδα. Η ιστορική αναδρομή στη μυθολογία είναι γραμμένη με μια μεγάλη ευαισθησία. Η καταγραφή της στο χώρο του ουρανού είναι εύκολο να αποκαλυφθεί για όποιον θέλει να τη δει στον ουρανό στον ουρανό. Βρίσκεται μεταξύ των αστερισμών Κριού και Ταύρου.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Μπαίνοντας στο χώρο (στην ευθεία καθώς μπαίνουμε), υπάρχει συνεχής διάδρομος ως το τέλος της πόλης, που χωρίζει τη πόλη στο πάνω και κάτω μέρος. Κάθε μέρος χωρίζεται σε διαφορετικά κτίσματα. Αμέσως δεξιά, υπάρχει ένα φυλάκιο που έχει μια πινακίδα που δίνει πληροφορίες στον επισκέπτη το πώς θα κινηθεί στο χώρο.
Η Κασσώπη είναι προστατευμένη από τοίχο τριών χιλιομέτρων κυκλικά. Ένα μεγάλο μέρος του υπάρχει ακόμα και σήμερα με ύψος 1μ. και πάχος 2μ. με διπλό τείχος. Η είσοδός της σήμερα γίνεται από την ανατολική πλευρά. Στα αριστερά μας βρίσκεται το Ωδείο, μικρό αμφιθέατρο όπου έχοντας τη πανέμορφη θέα συνδύαζε τη γαλήνη της μουσικής. Μπροστά και αριστερά βρίσκεται η Αγορά. Η μεγάλη είσοδος ήταν χτισμένη με δωρικές κολόνες και εσωτερικά τετράγωνες. Πίσω από εκεί ήταν το πρυτανείο, όπου συνεστίαζαν οι γέροντες  και οι ιερείς. Στον ίδιο χώρο της Αγοράς ήταν ο Ιερός Βράχος όπου γίνονταν ομιλίες και όλος αυτός ο χώρος έχει θέα το Ιόνιο Πέλαγος.
Συνεχίζοντας στην Αγορά και δεξιά από αυτή ήταν το Καταγωγείο (=ξενώνας) με 17 δωμάτια, που το κάθε ένα είχε και το δικό του τζάκι. Είχε και μία ειδική σκάλα όπου κάποιος μπορούσε να πάει στο δεύτερο όροφο. Η εσωτερική αυλή του δωματίου ήταν στρογγυλή με δωρικές κολόνες. Στο πλάι από το Καταγωγείο υπάρχει πλακόστρωτος δρόμος προς το βουνό. Πίσω από το Καταγωγείο υπήρχαν καταστήματα. Πλάγια των καταστημάτων υπάρχει ένα δωμάτιο με αυλή με κολόνες (περιστύλια αυλή).
Ακολουθώντας το πίσω διάδρομο του Καταγωγείου, από τη κεντρική είσοδο δεξιά, βρίσκομε το σιδηρουργείο. Σε όλο το χώρο των δωματίων και των καταστημάτων βλέπει κανείς κομμάτια κεραμικά και μάρμαρα, ενώ σε ορισμένες πόρτες υπάρχει η βάση που γύριζε ή στήριζε τη πόρτα.
Στο τέλος του κεντρικού διαδρόμου, δεξιά προς τη πλαγιά, υπάρχει το αρχαίο θέατρο, χωρητικότητας έξι χιλιάδων ατόμων, που χτίστηκε τον 3ο αι. π.Χ. Το σχήμα του είναι σχεδόν ίδιο με της Δωδώνης. Πάνω από το θέατρο υπήρξε η Ακρόπολη.
Στο τέλος του διαδρόμου, σχεδόν παράλληλα με το τοίχο είναι ο υπόγειος χώρος των Ηρώων.
Βγαίνοντας από τη πόλη της Κασσώπης πάνω στο δρόμο προς το Ζάλογγο, είναι ο ναός της Αφροδίτης. Η θεά Αφροδίτη είναι η προστάτιδα της Κασσώπης.
Δεξιά και κάτω από το δρόμο υπάρχει μια βάση για άγαλμα, πιθανόν για το θεό της Νικόπολης.
Η Κασσώπη εγκαταλείφτηκε από του κατοίκους της τον 1ο αι. π.Χ. και δεν κατοικήθηκε πια. Η πόλη είχε κτιστεί πιθανότατα στο πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αι. από τον Μιλήσιο πολεοδόμο της εποχής αυτής που έζησε τον 5ο αι π.Χ., με το όνομα Ιππόδαμος. Οι κάτοικοι της Κασσώπης κατοικούσαν στη περιοχή μεταξύ του Αμβρακικού κόλπου, Ιονίου πελάγους, Αχέροντα ποταμού και Λούρου ποταμού.

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΤΕΙΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Η Κασσώπη είναι κτισμένη στις νότιες πλευρές του Ζαλόγγου, σε οροπέδιο ύψους 550μ.-650μ. Από τη βόρεια και δυτική πλευρά περικλείεται με μια βραχώδη και απόκρυμνη ράχη που καταλήγει σε δυο κορυφές, τον Ανεμόμυλο (βορειοανατολικά) και το Κιτέπ (βορειοδυτικά), υψόμετρο 682μ.και 748μ. αντίστοιχα.

Ο ΧΩΡΟΣ
Είχε πολυγωνικό περίβολο η πόλη. Το πάχος του όπως διασώζεται στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά, είναι 3.20μ.-3.50μ.

Η ΑΓΟΡΑ
Στα νότια της κεντρικής οδού ήταν η Αγορά. Έχει σχήμα ορθογώνιο διαστάσεων 100μ.Χ 70μ.

ΒΟΡΕΙΑ ΣΤΟΑ
Η Στοά και το Καταγώγειο κατασκευάστηκε συγχρόνως στη περίοδο του Ηπειρωτικού Κοινού. Κατά τη κατασκευή τους ανυψώθηκε το κατάστρωμα της οδού με επιχώσεις. Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη του θριγκού, επιστύλια από τοπικό ασβεστόλιθο μήκους 2.15μ- 2.30μ., λίγα κομμάτια μετόπης και πολλά γείσα πώρινα. Στο εσωτερικό η στοά έφερε ιωνική κιονοστοιχία με 13 κίονες ιωνικού ρυθμού, που πατούσαν σε χωριστές ορθογώνιες βάσεις με μεταξόνιο. Κάτω από το δάπεδο της Στοάς αποκαλύφτηκαν θεμέλια αρχαιότερου οικοδομήματος, πιθανότατα του 4ου ή αρχές του 3ου αι. π.Χ.

ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ και ΔΥΤΙΚΗ ΣΤΟΑ
Στη δυτική πλευρά της Αγοράς υπάρχει μεγάλο οικοδόμημα διαστάσεων 27.30μ Χ 14.30μ. Αποτελείται από μια αυλή περίστυλη 12.20μ. Χ 8.40μ. Γύρω από αυτή είναι διαταγμένοι έξι χώροι. Δεν έχει γίνει ολοκληρωμένη η ανασκαφή. Από τους χώρους του οικοδομήματος, ένας χώρος 8.70μ. Χ 4.40μ., περικλείει ημικυκλική εξέδρα διαστάσεων 6.25μ Χ 3.40μ., την οποία περιτρέχει λίθινο πεζούλι ύψους 0.25μ. και πλάτους 0.40μ. Η πρόσοψη έφερε τρία ανοίγματα με πεσσούς που επέτρεπαν τη θέα προς την Αγορά και τους βωμούς.

ΚΑΤΑΓΩΓΕΙΟ
Ο δημόσιος αυτός ξενώνας διαστάσεων 30μ. Χ  32.50μ. έχει μια λίθινη κρηπίδα πολυγωνική, εκτός από τη νοτιοανατολική γωνία που είναι σε ισοδομική επίστεψη που εξέχει λίγο σαν γείσο. Χρειάστηκαν επιχώσεις αλλά και να ισοπεδωθεί η νότια πλευρά ως τη κύρια αρτηρία που βρισκόταν 1.50μ περίπου χαμηλότερα για τη κατασκευή του.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Στο πλάτος κάθε οικοδομικής νησίδας (πλάτους 30μ.) είναι χτισμένα δύο σπίτια διαστάσεων 14.50μ. Χ 16μ. Έχουν νότιο προσανατολισμό και χωρίζονται κατά μήκος με ένα αποχετευτικό διάδρομο πλάτους ενός μέτρου, τη περίσταση, για την αποχέτυση των νερών των πηγών και των λουτρών των σπιτιών.

Η ΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΟ 4ο ΑΙ.
Στο κέντρο της Κασσωπαίας περιοχής, ήταν η καρδιά της πολιτικής ζωής των Κασσωπαίων, όπου λάμβαναν τις αποφάσεις τους οι πολίτες για τη πόλη - κράτος τους. Οι αστικοί οικισμοί, η Πανδοσία, η Ελάτρεια, η Βατία, το Βουχέτιον, απείχαν από τη πρωτεύουσα από μία έως έξι ώρες πορείας. Αυτές ήταν αποικίες των Ηλείων που τις ίδρυσαν περίπου το 700 π.Χ. Οι πολίτες μπορούσαν κάλλιστα να πάνε για να πάρουν τις αποφάσεις τους για τη πόλη – κράτος τους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους την ίδια μέρα ή στη χειρότερη να διανυκτερεύσουν και να επιστρέψουν την επομένη.
Η περιτειχισμένη πόλη δεν είχε πηγαία νερά. Γύρω από τη πόλη, ειδικά στις νότιες πλαγιές, υπήρχαν πηγές όπου έπαιρναν νερό οι κάτοικοι (πάντα σε περιόδους ειρήνης αυτά). Πιθανόν να διέθετε  δεξαμενές όταν η πόλη πολιορκούνταν. Δεν έχουν βρεθεί όμως τέτοιες δεξαμενές αλλά πιστεύουμε πως είχαν γιατί βρέθηκαν στις δυο ακροπόλεις.
Όλοι οι πολίτες είχαν ίσα δικαιώματα απέναντι στη πολιτεία. Δικαιούνταν όλοι οι πολίτες από τη πόλη ένα οικόπεδο του αυτού εμβαδού (περίπου 230μ2) με ίσους όρους δόμησης.


ΠΗΓΕΣ:  1. PETER KYMENHOVEN- ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΡΑΜΗΝΑΣ
                 Εκδόσεις Ηλίανθος
                2. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
                3.Διαδίκτυο
              

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

ΑΡΧΑΙΑ ΔΩΔΩΝΗ


ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΔΩΔΩΝΗΣ

«Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ τηλόθι ναίων
Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, άμφι δε Σελλοί
Σοι ναίουσ’ υποφήται ανιπτόποδες χαμαεύναι…»
(Ομήρου Ιλιάδα, ραψ. Π, στ.233-235, αρχαίο κείμενο)

«Δία της Δωδώνης, πρωτοκύβερνε, πελασγικέ, που μένεις
Μακριά, την παγερή αφεντεύοντας Δωδώνη, και τρογύρα
Χαμοκοιτάμενοι, ανιφτόποδοι, ζουν οι Σελλοί, οι δικοί σου
προφήτες…»
(μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη)


Που βρίσκεται - Προϊστορία – Προέλευση
Πόλη της Ηπείρου, 22 χλμ νότια της πόλης των Ιωαννίνων, στην άκρη της κοιλάδας Ελλοπίας, στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Τόμαρος, στα 1974μ. Ως προς τη προέλευση του ονόματος ¨Δωδώνης¨ υπάρχουν πολλές εκδοχές. Ο Κυρηναίος ελεγειακός ποιητής και Αλεξανδρινός γραμματικός Καλλίμαχος (310-240 π.Χ.) πιστεύει ότι η ονομασία της πόλης προέρχεται από μια Ωκεανίδα νύμφη με το όνομα ¨Δωδώνη¨. Άλλη εκδοχή είναι ότι το όνομά της ίσως το πήρε από το ρήμα δίδωμι (δώτειρα των αγαθών). Κατά άλλη άποψη, από το γιο του Δία και της Ευρώπης, Δώδωνο.
Ο Δίας ερχόμενος πριν από 4000 χρόνια περίπου στη Θεσσαλία, αποκαλούνταν Νάιος και Δωδωναίος Πελασγικός. Παντρεύτηκε, κατά την αντίληψη των αρχαίων, τη πανάρχαια θεότητα Γη, τη γόνιμη φύδη. Το όνομα Δωδώνη –όπως προαναφέραμε – έγινε από την Ωκεανίδα νύμφη Δωδώνη, Δωδώ και Δότειρα, Δα και Δω και Διδώ (=μητέρα). Αυτά αναφέρουν οι ποιητές της αρχαιότητας. Εκεί, σε αυτό το ιερό λατρεύονταν η ¨αιωνόβιος δρυς¨ (=βελανιδιά). Το γέρικο δέντρο που δέχτηκε στα κλαδιά του τα αποδημητικά περιστέρια από τη Θήβα της Αιγύπτου.
Στη Δωδώνη έφτασαν οι πρώτες ελληνικές φυλές γύρω στα 2000 π.Χ., οι οποίοι είχαν ινδοευρωπαϊκή προέλευση. Από αυτές επικράτησαν κατά τον 14ο αι. π.Χ. οι Ελλοί- Σελλοί όπου δημιούργησαν και το όνομα Έλληνες. Άνθρωποι ασκητικοί που περιφρονούσαν την περιποίηση του σώματος και γι΄αυτό ο Όμηρος τους αποκαλεί ανιπτόποδας (=που δεν έπλεναν ποτέ τα πόδια τους) και χαμαιεύνας (=που κοιμόνταν στο έδαφος και όχι σε κρεβάτια).
Στη Δωδώνη λάτρευαν πολύ φανατικά το δέντρο αυτό. Η ¨δρυολατρεία¨ όμως έφερε ανάμεσά τους αντιθέσεις κάποια στιγμή. Η δρυς αυτή που  κατοικούσε το ζευγάρι, Δίας και Διώνη, έγινε ιερή και η λατρεία της προηγήθηκε από τη λατρεία του Πελασγικού Δία. Η δρυς αποκαλούνταν ¨μαντική¨ και τα νερά των πηγών ¨θεϊκά. Η παρουσία των θεών αυτών ερμηνεύονταν από το ¨θρόισμα¨ των φύλλων και τα ¨κρωξίματα¨ των πουλιών πάνω στο δέντρο.
Το μαντείο της Δωδώνης είχε τη πρώτη θέση ¨σκορπώντας¨ τις μαντείες του σε όσους πήγαιναν να ζητήσουν χρησμό. Η αρχαία παράδοση θεωρούσε το μαντείο της Δωδώνης το πιο αρχαίο ελληνικό μαντείο και το μοναδικό ως ένα καιρό.
Η Δωδώνη ήταν γνωστή στο Όμηρο, ο οποίος χαρακτηρίζει τη περιοχή ¨χειμωνόδαρτη¨ στη οποία κατοικούσαν οι Αινιάνες και οι γειτονικοί με αυτούς ¨μενεπτόλεμοι Περραιβοί¨. Ο Στράβωνας μας πληροφορεί ότι η Δωδώνη ανήκε στη Θεσπρωτία και ήταν κοντά στο όρος Τμάρος ή Τόμαρος (=σήμερα ονομάζεται Ολύτσικα) κάτω από το οποίο ήταν το ιερό. Από το όνομα του όρους ονομάζονται και οι ¨προφήτες¨ του ιερού «Τομούροι». Εδώ βλέπουμε πως ο Στράβων κάνει σαφή τοπογραφικό καθορισμό της θέσης της Δωδώνης.
Το μαντείο της Δωδώνης είναι γνωστό και στα «Αργοναυτικά», ένα έπος που μας έχει χαθεί και το γνωρίζουμε μόνο από περιλήψεις των αρχαίων και τα ομηρικά έπη. Σύμφωνα με τα «Αργοναυτικά», ο Ιάσονας κατά τη σύσταση της θεάς Αθηνάς, έρχεται στη Δωδώνη να πάρει ένα κλαδί από την ¨ιερή βελανιδιά¨ και να το βάλει στη πλώρη του καραβιού ώστε να προστατεύει και να οδηγεί τους Αργοναύτες στο ταξίδι τους.
Στην «Οδύσσεια» επίσης του Ομήρου, ο Οδυσσέας φτάνει στη Δωδώνη για να πληροφορηθεί από την ¨βελανιδιά¨ πώς θα γυρίσει στην Ιθάκη. Αλλά και στο 4ο αι. π.Χ. επικρατούσε η αντίληψη αυτή για την αρχαιότητα της Δωδώνης.

Η λατρεία και η μαντική
Η μαντική στην αρχαιότητα ήταν τέχνη με την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να πληροφορείται τη θέληση του θεού ή των θεών για πράγματα που τον αφορούσαν στο παρόν ή θα τον ενδιέφεραν στο μέλλον. Οι ανασκαφές δεν έδωσαν απάντηση στο ερώτημα για το χρόνο έναρξης της λατρείας στη Δωδώνη, γιατί λείπουν οι συστηματικές προϊστορικές έρευνες στην Ήπειρο, που ως το 16ο-17ο αι. π.Χ. ήταν αποκομμένη από τη νότια Ελλάδα. Τα αρχαιότερα ευρήματα, αυτά που μπορούν να χρονολογηθούν, είναι η κεραμική μυκηναϊκής προέλευσης και τα χάλκινα όπλα (ξίφη, μαχαίρια), τα οποία δεν είναι αρχαιότερα από τον 15 αι. π.Χ. Θα πρέπει επομένως να δεχτούμε ως χρόνο έναρξης της λατρείας τη πρώιμη εποχή του Χαλκού (2600-1900 π.Χ. περίπου) ή τη Μεσοελλαδική (1900-1600 π.Χ. περίπου).
Η Μεγάλη Θεά (Βλάστηση) είχε τη κατοικία της στη Δωδώνη, στις ρίζες μιας μεγάλης βελανιδιάς, της φηγού (Ησίοδος), της οποίας οι ψημένοι καρποί αποτελούσαν τροφή των ανθρώπων (βαλανιδοφόροι).
Πριν την εμφάνιση του Δία, λατρευόταν στη Δωδώνη η Γη. Η Γη ως η ¨μητέρα των πάντων¨, όσων ζουν και κινούνται στη γη, στη θάλασσα και στον αέρα. Θεωρούνταν η πιο μεγάλη από τους θεούς και μητέρα των θεών. Στη Δωδώνη ο νέος θεός του ουρανού, των κεραυνών και της καταιγίδας και η χθόνια θεά της βλάστησης, αποτέλεσαν το ¨θείο ζεύγος¨, όπως στη νότια Ελλάδα ο Δίας και η θεά της γονιμότητας, Ήρα. Ο Ζευς έγινε τώρα ένοικος της Δωδώνης με την επίκληση Νάϊος (=ένοικος, κάτοικος, από το ρήμα ναίω που σημαίνει κατοικώ) και προελληνική θεά πήρε το όνομά του, Διώνη, σύμφωνα με τη πατριαρχική αντίληψη των Ελλήνων. Η ¨φηγός¨ ήταν η κατοικία του θείου ζεύγους που απεικονίζεται και σε αργυρά δίδραχμα.
Από το θρόισμα των φύλλων της και το πέταγμα των περιστεριών που φωλιάζουν στα κλαδιά της, οι υποφήται  του Διός, οι Σελλοί, που κοιμόνταν καταγής και δεν έπλεναν τα πόδια τους για να έρχονται σε επαφή με τη γη και να αντλούν από αυτή τη μαντική δύναμη, ερμήνευαν στους θνητούς τη θεία βούληση.
Ακόμα παλιότερη είναι η λατρεία της Δρυός. Η λατρεία της Δρυός ήταν γνωστή στην «Ιλιάδα» του Ομήρου. Στη μονομαχία του Έκτορα και του Μενέλαου, ο Απόλλωνας και η Αθηνά παρακολουθούν τη μονομαχία μεταμορφωμένοι σε γύπες που κάθονται πάνω στο ιερό δέντρο του Δία. Άγνωστοι όμως είναι οι λόγοι που οδήγησαν στην ίδρυση της λατρείας στη Δωδώνη. Οι λόγοι που αναφέραμε αλλά και το γεγονός ότι τα βελανίδια αποτελούσαν τη τροφή των ανθρώπων και των ζώων, συντέλεσαν στη καθιέρωση των λατρευτικών σχέσεων με το δέντρο. Η ιερότητα της βελανιδιάς βεβαιώνεται και από δρύινα στεφάνια, χρυσά ή επίχρυσα που συνήθιζαν να καταθέτουν ως κτερίσματα στους τάφους.

ΜΝΗΜΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ
Η ιερή οικία
Ο χώρος που λατρεύονταν η θεότητα, είχε μέσα ένα χτισμένο ναό του θεού, το βωμό του αλλά και άλλους μικρότερους ναούς.
Ένας περίβολος από χάλκινους τρίποδες με λέβητες περιέκλειε την ιερή φηγό, τη κατοικία του Δία.
Επειδή οι λέβητες εφάπτονταν ο ένας με τον άλλον, όταν κάποιος έκρουε έναν από τους λέβητες, ο ήχος δεν σταματούσε και περιέτρεχε όλους. Σταματούσε μόνο όταν κάποιος ακουμπούσε έναν από τους λέβητες. Από τον αδιάκοπο ήχο των λεβήτων έμεινε η φράση «δωδωναίον χαλκείον», που λεγόταν επί των ¨ακαταπαύστων και πολλά λαλούντων¨. Από τον εναρμόνιο ήχο των λεβήτων και από το θρόισμα των φύλλων της φηγού, οι ιερείς ερμήνευαν τη βούληση του θεού. Τόσο ο κύκλος των τριπόδων, όσο και ο κύκλος των χάλκινων λεβήτων, ¨προφύλαγε¨ και ¨έδιωχνε¨ τα μιάσματα, προστάτευε δηλαδή το χώρο και απομάκρυνε την κακή επήρεια. Πολλά κομμάτια από σιδερένιους και χάλκινους τρίποδες που βρέθηκαν, φτάνουν ως τον 9ο και 8ο αι. π.Χ., βεβαιώνοντας τη παράδοση και τη λειτουργία του περιβόλου με τους τρίποδες από τους χρόνους αυτούς έως τις αρχές και του 4ου αι. π.Χ. Μετά τα μέσα του 4ου αι, π.Χ. ο περίβολος αντικαταστάθηκε από λίθινο ισοδομικό περίβολο με είσοδο από τη νότια πλευρά, που περιέκλειε το μικρό ναό με τη φηγό. Το ¨προφητικό ήχο¨ των τριποδικών λεβήτων αντικατέστησε τώρα ένα αφιέρωμα των Κερκυραίων, ένα χάλκινο άγαλμα παιδιού πάνω σε κίονα, το οποίο κρατούσε μία χάλκινη μάστιγα με τρείς αλυσίδες και αστραγάλους που αιωρούνταν στον άνεμο και χτυπούσαν τον παρακείμενο λέβητα, τοποθετημένος και αυτός πάνω σε κίονα. Από τον ήχο αυτό οι ιερείς χρησμοδοτούσαν.
Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. επί Πύρρου (297-272 π.Χ.), τον ισοδομικό περίβολο αντικατέστησε ένας πιο ευρύχωρος, με τρεις ιωνικές στοές στις τρεις πλευρές της αυλής και η είσοδος ήταν στη πρόσοψη. Στην ανατολική πλευρά δεν κατασκευάστηκε στοά. Εκεί όπου βρίσκεται η φηγός.
Τα 219 π.Χ. εισέβαλαν οι Αιτωλοί με το στρατηγό τους Δορύμαχο, στη Δωδώνη και στο Δίον (την ιερή πόλη των Μακεδόνων) και τα δύο ιερά καταστράφηκαν. Σύμφωνα με τον Πολύβιο (ιστορικός του 2ου π.Χ αι.) οι Αιτωλοί πυρπόλησαν το ιερό της Δωδώνης χωρίς να κάψουν την ιερή κατοικία. Απλά τη κατεδάφισαν. Τη θέση του μικρού ιερού πήρε ένας μεγαλύτερος με τετράστυλη ιωνική παράσταση, μεγάλο σηκό και άδυτο με τρεις ιωνικές στοές στο εσωτερικό και πρόστυλο με τέσσερις ιωνικούς κίονες στη πρόσοψη.

Ο αρχαίος ναός της Διώνης
Η κατοικία της Διώνης, βρίσκονταν στα βόρεια της ιερής κατοικίας, όπου διατηρείται λίθινη τετράγωνη βάση ναού διαστάσεων 9,80 Χ 9,40μ. Μετά τη πυρπόληση του 219 π.Χ. ο ναός αυτός εγκαταλείφτηκε και ένας μεγάλος ναός της Διώνης χτίστηκε λίγο νοτιότερα, αμέσως ανατολικά από την ιερή οικία.

Ο ναός του Ηρακλή
Ναός διαστάσεων 16,50 Χ 9.50μ. είναι ο μοναδικός ναός δωρικού ρυθμού στο ιερό. Τη σχέση του ναού με τη λατρεία του Ηρακλή μαρτυρούν αναθήματα και μια λίθινη μετόπη που παριστάνει τον άθλο του Ηρακλή να σκοτώνει τη «Λερναία Ύδρα». Ανατολικά του ναού σώζεται η βάση του βωμού διαστάσεων 5,70 Χ 3,20μ.
Ο ναός καταστράφηκε και αυτός το219 π.Χ. από τους Αιτωλούς και ανοικοδομήθηκε μετά από λίγο από λάφυρα.

Ο ναός της Αφροδίτης
Ο ναός αυτός κατασκευάστηκε κατά τους χρόνους της βασιλείας του Πύρρου και ανοικοδομήθηκε ύστερα στα δυτικά της Ιερής Οικίας, άμεσα γειτονικά με αυτή. Οι διαστάσεις του ήταν 10,30 Χ 6,46μ. με σηκό και βάθος 3,40μ. Ο ναός αυτός αναγνωρίστηκε ως ναός της Αφροδίτης, της οποίας η λατρεία μαρτυρείται επιγραφικά από ένα χάλκινο ανάθημα από κάποιον με το όνομα Ωφελίων που αφιέρωσε στη θεά. Βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της Ιερής Οικίας, σε συμμετρική απόσταση από το ναό του Ηρακλή. Η λατρεία της Αφροδίτης αναφέρεται στην επιγραφή από τη Δωδώνη και είναι ευνόητο γιατί η Αφροδίτη είναι κόρη της Διώνης.

Ο ναός της Θέμιδας
Σε συμμετρική απόσταση σε σχέση με το ναό της Διώνης, δυτικά της Ιερής Οικίας, βρίσκεται ο ναός της Θέμιδας διαστάσεων διαστάσεων 10,30 Χ 6,25μ. Αποτελείται από πρόστυλο τετράστυλο, πρόναο και σηκό. Στη πρόσοψη σώζεται η βάση μεγάλου βωμού που τον περιβάλουν μεγάλοι ορθοστάτες με είσοδο στη βόρεια πλευρά όπου τελούνταν οι θυσίες στη Θέμιδα.

Το Βουλευτήριο
Το οικοδόμημα είναι χτισμένο στη νότια πλευρά του λόφου και ανατολικά του θεάτρου. Δεν έχει ανασκαφεί το ανατολικό τμήμα. Αποτελείται από μία μεγάλη αίθουσα με διαστάσεις 43,60 Χ 32,35Μ. και μια δωρική στοά στη πρόσοψη. Οι σύνεδροι κατά πάσα πιθανότητα κάθονταν στην ανωφερή πλαγιά ‘όπως δείχνουν λείψανα ειδωλίων από πέτρα.

Το Πρυτανείο
Βρίσκεται νότια του Βουλευτηρίου. Στο ενδιάμεσο διακρίνονται λείψανα της δυτικής πύλης του παλιού εξωτερικού περιβόλου του ιερού του 4ου π.Χ. αι., από την οποία ξεκινούσε η ιερά οδός που οδηγούσε προς τη μαντική φηγό. Τμήμα του περιβόλου βρέθηκε και μέσα στο πρυτανείο και χρησίμευε ως ανατολική πλευρά της αίθουσας του συνεδρίου με τα εδώλια. Μετά τη ρωμαϊκή καταστροφή του 167π.Χ., κατά το 1ο π.Χ αι., το οικοδόμημα επισκευάστηκε πρόχειρα.

Η οικία των ιερέων 
Δυτικά του βουλευτηρίου σώζονται οι τοίχοι με ξερολιθιά ορθογωνίου κτιρίου διαστάσεων 17,30 Χ 10,70μ.

Το θέατρο
Είναι από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ελλάδας. Η χωρητικότητά του ήταν 17000 θεατές. Έχει νότιο προσανατολισμό, προς τον άξονα της κοιλάδας και είναι χτισμένο στη νότια πλαγιά του λόφου. Οικοδομήθηκε τον 3ο αι. π.Χ. επί βασιλείας Πύρρου (297-272 π.Χ.) για τη γιορτή των Ναίων που τελούνταν –μάλλον- κάθε τέσσερα χρόνια. Στο κέντρο της ορχήστρας διατηρείται η βάση της θυμέλης, δηλαδή η βάση του βωμού του Διονύσου. Γύρω από την ορχήστρα, ένας βαθύς οχετός σκαμμένος στο βράχο, αποχέτευε τα όμβρια νερά του κοίλου, τα οποία εμφανίζινταν στο ασβεστολιθικό υπέδαφος.

Η σκηνή
Η διώροφη σκηνή είναι ορθογώνια, διαστάσεων 31,20 Χ 9,10μ. με δύο μεγάλα παρασκήνια στα άκρα και τέσσερις τετράπλευρους στύλους ενδιάμεσα. Στην οπίσθια νότια πλευρά, συνεχίζεται η δωρική στοά με 13 οκτάπλευρους στύλους , η οποία επικοινωνεί με τη σκηνή με μία τοξωτή θύρα. Η σκηνή με τα παρασκήνια χρησίμευε για τις μεταμφιέσεις των ηθοποιών (υποκριτών είναι η σωστή λέξη), αλλά και ως σκηνικό βάθος τη σκηνή.

Το στάδιο
Δυτικά του θεάτρου βρίσκεται το στάδιο, του οποίου το ανατολικό τμήμα έχει ελευθερωθεί από τις επιχώσεις. Χτίστηκε τον 3ο αι. π.Χ. για τους γυμνικούς αγώνες των Ναίων, την ίδια εποχή με τα δυο πρόπυλα και το λίθινο προσκήνιο του θεάτρου. Έχει 21 ή 22 σειρές εδωλίων. Για να γίνει αυτό κατασκευάστηκε μπροστά από το δυτικό τμήμα του θεάτρου κεκλιμένο επίπεδο σε όλη τη βόρεια πλευρά του σταδίου.

Η ακρόπολη
Τη κορυφή του μικρού λόφου, ύψους 35μ.,  περιβάλλει ένα τείχος ισοδομικό, σχήματος τραπεζοειδές με δέκα ορθογώνιους πύργους, του δεύτερου μισού του 4ου π.Χ. αι. με περίμετρο 750μ. και εμβαδόν 3,4 εκτάρια (34 στρέμματα).

Η Χριστιανική βασιλική
Η εκκλησία είναι σε πολλά σημεία θεμελιωμένη σε βράχο. Στη θέση της παλιάς χτίστηκε νέα μεγαλύτερη και μεγαλοπρεπέστερη με κύρια προέκταση της προς την ανατολή. Χρονολογείται τον 6ο αι. π.Χ.

Εξωτερικός περίβολος του ιερού
Τον 4ο αι. π.Χ. και ειδικότερα το δεύτερο μισό, τα οικοδομήματα περικλείστηκαν σε ένα ευρύχωρο περίβολο που ακολουθεί τον άξονα της κοιλάδας.

Η αρχιτεκτονική σύνθεση του ιερού της Δωδώνης
Κύρια χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής σύνθεσης του ιερού είναι ο προσανατολισμός της προς τον άξονα της κοιλάδας, δηλαδή, προς τα νοτιοανατολικά και η πλαισίωσή του με στοές που οδηγούσαν στο κέντρο της λατρείας, στην Ιερή Οικία με τη φηγό.

                                                                    ***
ΠΗΓΕΣ:
1.«PETER KUMENHOVEN-ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΡΑΜΗΝΑΣ», Εκδόσεις  ΗΛΙΑΝΘΟΣ
2. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΔΟΜΗ : «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου»
3.Ομήρου « Ιλιάδα», Μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη
4. ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (φωτογραφίες)

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Νεκρομαντείο Εφύρας

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΕΦΥΡΑΣ (ή αλλιώς ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΑΧΕΡΟΝΤΑ)

«…Εκεί ο Περιμήδης και ο Ευρύλοχος κρατούσαν σφιχτά τα
σφάγια. Τότε, εγώ τράβηξα το μυτερό σπαθί από το μηρό μου
και άνοιξα λάκκο μ’ ένα πήχη φάρδος και μάκρος και
ολόγυρά του έχυνα σταγόνες από μέλι με γάλα πρώτα,
ύστερα από γλυκό κρασί και τέλος από νεράκι, αφιέρωμα σε
όλους τους νεκρούς. Τέλος, επάνω του πασπάλιζα λευκό
κριθάλευρο….»
( Ομήρου «Οδύσσεια», Ραψωδία Λ, στ.23-29. )


ΓΕΝΙΚΑ
Η Νεκρομαντεία ή νεκυομαντεία (νέκυς= νεκρός) υπήρξε πανάρχαια πρακτική επικοινωνίας των ¨ζωντανών¨ με τους νεκρούς τους. Προήλθε πιθανότατα από την Ανατολή.
Στην Ελλάδα ενώ αρχικά η πρόσκληση των νεκρών γίνονταν επάνω στο τάφο, αργότερα ιδρύθηκαν νεκρομαντεία σε μέρη όπου θεωρούσαν ότι είναι πύλες του Άδη. Πίστευαν πως εκεί μπορούσαν οι ζωντανοί να λάβουν ¨μαντείες¨ από τους νεκρούς τους. Αναφέρονται πολλά τέτοια μέρη, νεκρομαντεία ή ψυχοπομπεία, όπως του Ηρακλείου της Προποντίδας, κοντά στη λίμνη Άορνο, της Τροιζήνας, της Φρυγίας, της Εφύρας κοντά στο ποταμό Αχέροντα, το οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερέστερα παρακάτω. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Περίανδρος, ¨τύραννος¨ της Κορίνθου, πήγε στο νεκρομαντείο της Εφύρας για να πάρει πληροφορίες από τη γυναίκα του Μέλισσα που είχε πεθάνει, σχετικά με το μέρος όπου είχαν κρύψει κάποιο θησαυρό ενός φιλοξενούμενου που είχαν. Η ψυχή της Μέλισσας εμφανίστηκε στους απεσταλμένους, αλλά αρνήθηκε να πει που ήταν ο θησαυρός γιατί ήταν «γυμνή και κρύωνε». Ο Περίανδρος δεν είχε κάψει μαζί με το σώμα της νεκρής γυναίκας του τα φορέματα και τα στολίδια της όπως όριζε το έθιμο. Τότε ο ¨τύραννος¨ έκανε μια σκηνοθετημένη γιορτή στο Ηραίο, λίγο έξω από τη Κόρινθο, καλώντας όλες τις γυναίκες της Κορίνθου. Ύστερα διέταξε τους δορυφόρους του (=πολεμιστές που έφεραν δόρυ, συχνά ακόλουθοι βασιλιάδων και αρχόντων), να τους πάρουν τα φορέματα και τα στολίδια τους. Αφού τα έκαψε σε ένα όρυγμα του τάφου της γυναίκας του, τότε εμφανίστηκε στους απεσταλμένους και υπόδειξε πού ήταν ο θησαυρός.
Πίστευαν επίσης πως οι μάντεις είχαν τη δύναμη να ξεσηκώνουν τους νεκρούς εναντίον άλλων που μπορούσαν να κάνουν κακό.
Ονομαστοί νεκρομάντεις ήταν οι Θεσσαλοί που χρησιμοποιούσαν δύο τρόπους για να καλέσουν τους νεκρούς. Ο ένας τρόπος ήταν ότι ¨διάβαζαν τα οστά¨ (κυρίως του κρανίου) και ο άλλος τρόπος ήταν ότι πρόσφεραν ¨θυσίες και σπονδές αίματος¨ πάνω στο τάφο του νεκρού όπως είχε κάνει και ο μάντης Τειρεσίας.
Από το έργο του Λουκιανού «Μένιππος» ή «Νεκρομαντεία», όπου αναφέρονται τελετές νεκρομαντείας, βλέπουμε πόσο ήταν διαδεδομένη στην Ανατολή η ¨πίστη¨ για την επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς. Τη σκηνή τη τοποθετεί στη Βαβυλωνία, στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη. Καθημερινά επί 29 ημέρες ή επί ένα σεληνιακό μήνα, με την εμφάνιση του νέου φεγγαριού, ο ιερέας οδηγούσε πρωί-πρωί εκείνον που ήθελε να επικοινωνήσει με νεκρό στον Ευφράτη και τον έλουζε, απαγγέλλοντας μια επίκληση και τον ξανάφερνε στη κατοικία του χωρίς να βλέπει κανέναν. Η τροφή του ήταν καρύδια, γάλα και νερωμένο κρασί. Ύστερα, τα μεσάνυχτα περίπου, τον πήγαινε στο Τίγρητα ποταμό για να τον εξαγνίσει. Τον καθάριζε με ¨σκιλλοκρόμυδα¨, δαδιά και άλλα, ενώ ψιθύριζε από ¨μέσα¨ του τη πρώτη επωδή. Αφού τον περιέλουζε με ¨μάγια¨ από το κεφάλι ως τα πόδια, τον επανέφερε στο σπίτι βαδίζοντας ανάποδα (αρχ. αναποδίζων) και τότε ήταν έτοιμοι να διαπλεύσουν τον Αχέροντα και την Αχερουσία λίμνη όπου ήταν το Νεκρομαντείο.
Αλλά και ο Οδυσσέας βρέθηκε στο νεκρομαντείο του Αχέροντα. Η μάγισσα Κίρκη στην «Οδύσσεια» του Ομήρου, συμβουλεύει τον Οδυσσέα να πάρει χρησμό από το τυφλό μάντη Τειρεσία για το πώς θα γυρίσει στην Ιθάκη.
Φτάνοντας ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του και τα ζώα της θυσίας στο λόφο με τη σπηλιά που του είχε υποδείξει η Κίρκη, ανοίγει ένα λάκκο με το σπαθί του ένα λάκκο ως μία πήχη μάκρος και πλάτος και προσφέρει χοές για όλους τους νεκρούς. Πρώτα μέλι και γάλα, ύστερα γλυκό κρασί και νερό και σκορπίζει μετά γύρω- γύρω κριθάλευρο. Έπειτα προσεύχεται στις ¨σκιές¨ των νεκρών, υπόσχοντάς τους ότι όταν γυρίσει στην Ιθάκη θα θυσιάσει γι’ αυτούς τη πιο μεγάλη ¨στέρφα¨ αγελάδα και στο μάντη Τειρεσία ξεχωριστά ένα μαύρο κριάρι, το πιο όμορφο από τα κοπάδια του. Έπειτα σφάζει στο λάκκο μια προβατίνα μαύρη και ένα κριάρι έχοντας τα κεφάλια τους προς τη σπηλιά ενώ ο ίδιος ο Οδυσσέας γυρίζει το κεφάλι του βλέποντας το ποτάμι. Στη συνέχεια, ενώ εκείνος προσεύχεται στις ψυχές των νεκρών, οι σύντροφοί του καίνε τα δύο θυσιαζόμενα ζώα.
Η επαφή όμως των θνητών με τους δεν ήταν ακίνδυνη. Προς το τέλος της «Οδύσσειας» (ραψ. χ ), ο Οδυσσέας καίει θειάφι για να καθαρίσει το παλάτι από το μίασμα του θανάτου όταν σκότωσε τους μνηστήρες.

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟΥ
Βρίσκεται στη δυτική Ήπειρο, στο νομό Πρέβεζας, στη βόρεια όχθη του Αχέροντα και στο χωριό Μεσοπόταμος. Σ’ αυτό το σημείο έσμιγε ο ποταμός Αχέροντας με δυο άλλους μικρότερους ποταμούς, του Μαύρου (του αρχαίου Κωκυτού) και του Βουβού (του αρχαίου Πυριφλεγέθοντα) όπου χύνονταν στη θάλασσα, στον όρμο της Αμμουδιάς όπως σήμερα. Η πεδιάδα όπου διασχίζουν ο Κωκυτός και ο Αχέροντας ήταν η αρχαία Ελεάτις ή Ελαιάτις (σήμερα ονομάζεται Βέλιανη). Ο όρμος της Αμμουδιάς ήταν στην αρχαιότητα πιο ευρύχωρος και η θάλασσα εισχωρούσε προς το εσωτερικό. Αλλά σήμερα με τις αποθέσεις του Αχέροντα τείνει να εξαφανιστεί.

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Κάτω από το ναό της μονής του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και το σύγχρονό της νεκροταφείο του 18ου αι., ήταν το αρχαίο νεκρομαντείο. Οι ανασκαφές έγιναν από τον καθηγητή αρχαιολογίας κ. Σωτήρη Δάκαρη.
Ένας πολυγωνικός ορθογώνιος περίβολος, διαστάσεων 62,40 Χ 46,30μ., με είσοδο από τη βόρεια πλευρά, περιβάλει ένα τετράγωνης κάτοψης κτίριο. Το κτίριο αυτό χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα διαστάσεων 15 Χ 4,25μ. και δύο πλάγια κλίτη που χωρίζονται πάλι με ενδιάμεσους τοίχους σε τρία δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους και με το κεντρικό κλίτος.
Κάτω από τη κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία ισομεγέθης υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο, πιθανώς στη θέση της αρχικής σπηλιάς με τη προϊστορική λατρεία.
Δεκαπέντε πώρινα τόξα στηρίζουν την οροφή της υπόγειας κρύπτης που ταυτόχρονα είναι και δάπεδο υπέργειας αίθουσας. Τα τόξα αυτά έχουν λαξευτεί με ιδιαίτερη προσοχή. Κάθε θολίτης της μιας έχει το ίδιο πλάτος με το θολίτη της επόμενης σειράς. Έτσι οι αρμοί των δεκαπέντε τόξων συστοιχούν, τονίζοντας το βάθος της υπόγειας αίθουσας. Είναι το σκοτεινό ανάκτορο της Περσεφόνης και του Άδη. Τα δωμάτια και οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της αυλής χρησίμευαν για τη διαμονή των ιερέων και των επισκεπτών πριν μπουν στο Ιερό του Άδη. Από εκεί ο ¨επισκέπτης¨ περνούσε στο βόρειο διάδρομο του ιερού που είχε τρεις τοξωτές πύλες. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν δυο δωμάτια και ένας λουτρώνας, που χρησίμευαν για να κοιμούνται οι ¨προσκυνητές¨. Εκεί στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο επισκέπτης-προσκυνητής υποβαλλόταν σε ψυχική και σωματική προετοιμασία.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Ο επισκέπτης έτρωγε χοιρινό κρέας, κουκιά, κριθαρένιο ψωμί και στρείδια (θαλασσινά), δηλαδή τροφές που σχετίζονταν με τους νεκρούς και τα νεκρόδειπνα. Έπινε γάλα, μέλι και νερό. Υποβαλλόταν σε πράξεις εξαγνισμού και μαγείας. Άκουγε από το ιερέα –συνοδό και οδηγό του- θαυμαστές διηγήσεις, προσευχές και επωδούς, δεήσεις προς τα υποχθόνια πνεύματα και έκανε λουτρά στο παρακείμενο δωμάτιο για να καθαρθεί και να μείνει αλώβητος από την επαφή με τις σκιές των νεκρών.
Πριν περάσει στον ανατολικό διάδρομο έριχνε προς τα δεξιά του σε ένα σωρό από πέτρες, μια πέτρα για να απομακρύνει την ¨κακή επήρεια¨, κάνοντας συμβολικά πράξη καθαρμού, πλένοντας τα χέρια του σε ένα πιθάρι γεμάτο νερό, που βρισκόταν αριστερά της τρίτης πύλης. Ύστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου για τη τελική προετοιμασία. Είναι άγνωστο πόσο περίμενε εκεί. Όταν έφτανε η κρίσιμη στιγμή της ¨επικοινωνίας¨ με τους νεκρούς που ήθελε να επικοινωνήσει, εισέρχονταν με τον ιερέα-συνοδό του στον ανατολικό διάδρομο, έχοντας μαζί του τις προσφορές που προορίζονταν (χοές και θυσία).
Στο διάδρομο θυσίαζε ένα πρόβατο μέσα σε λάκκους. (Βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές λείψανα ανθράκων και κόκαλα ζώων). Ύστερα περνούσε στο λαβύρινθο, ένα διάδρομο ¨μαιανδρικό¨ που υπέβαλλε στον επισκέπτη την εντύπωση της παραπλάνησης.
Ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες σιδερόφραχτες –όσες και οι πύλες του Άδη- με μεγάλα σιδερένια καρφιά, πολλά από τα οποία βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές. Από τις πύλες αυτές σώζονται καλά η μεσαία και η Τρίτη που οδηγεί στη κεντρική αίθουσα. Σ’ αυτό το λαβύρινθο φαίνεται κατά πάσα πιθανότητα, ότι ο προσκυνητής πρόσφερε την άλφιτα (=κριθάλευρο), γιατί στο πάτωμα βρέθηκαν πλήθος από ευρύστομα αγγεία, κυρίως λεκάνες, κατάλληλες για στερεές προσφορές και ένα πήλινο λυχνάρι του 3ου-2ου π.Χ. αι. Τέλος περνώντας τη τελευταία πύλη, ασφαλισμένη με μια σύγχρονη σιδερένια πόρτα που απομιμείται τις αρχαίες πύλες, έφτανε στη κεντρική αίθουσα.
Εκεί έριχνε ένα ακόμη λιθάρι και έχυνε στο λίθινο πάτωμα τις χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσμου που κατοικούσαν στην υπόγεια αίθουσα. Εκεί ήταν το τέλος της πορείας του.
Σε όλη τη διαδρομή ο ιερέας- οδηγός του δεν σταματούσε να επικαλείται –σύμφωνα με τον Λουκιανό (Μένιππος) τις ψυχές των νεκρών, την Εκάτη και την Περσεφόνη, αναμιγνύοντας μερικά ¨βαρβαρικά¨ και χωρίς σημασία ονόματα και πολυσύλλαβες λέξεις.
Η αίθουσα αυτή αποτελούσε και το τέρμα της πορείας εφ’ όσον εκεί θα εμφανίζονταν τα ¨είδωλα¨ των νεκρών για να επικοινωνήσουν με τους θνητούς – προσκυνητές.
Η σωματική και ψυχική δοκιμασία κατά τις ημέρες που παρέμεναν εκεί στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, η μόνωση, οι μαγικές πράξεις, οι επικλήσεις, οι προσευχές, η περιπλάνηση στους σκοτεινούς διαδρόμους, η κοινή πίστη στην εμφάνιση των νεκρών, δημιουργούσαν στον προσκυνητή τη ψυχική προδιάθεση. Σ’ αυτό συνέβαλε και η ¨ειδική¨ δίαιτα.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, όταν έφευγε ο επισκέπτης δεν ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο για να μη συναντήσει τους άλλους που θα έρχονταν ή διέμεναν στα δωμάτια του βόρειου διαδρόμου ή της αυλής. Ύστερα ήταν ανάγκη να καθαρθεί από το ¨μίασμα¨ από την ¨επαφή¨ του με τους νεκρούς. Η αποχώρηση γίνονταν από τον ανατολικό διάδρομο που επικοινωνούσε με μια θύρα με τον εξωτερικό διάδρομο. Στο βόρειο άκρο του διαδρόμου, βρέθηκαν στο βάθος των επιχώσεων, λείψανα ενός δωματίου όπου θα διέμενε ο προσκυνητής για τον τριήμερο καθαρμό. Από εκεί θα κατηφόριζε στην ανατολική πλαγιά του λόφου προς το ρέμα του Κωκυτού, τηρώντας απόλυτη σιγή για όσα άκουσε και είδε. Όποιος μιλούσε και ανακοίνωνε τα ¨απόρρητα του Άδη¨, κατηγορούνταν για ασέβεια και η ποινή ήταν, ο θάνατος.
Το « Νεκρομαντείο του Αχέροντα» καταστράφηκε το 167 π.Χ. από τους Ρωμαίους που το πυρπόλησαν.
***
ΠΗΓΕΣ:
1. PETER KUMENHOVEN (Εκδόσεις ΗΛΙΑΝΘΟΣ)
2. PHILIPP VANDENBERG : «Το Μυστήριο των Μαντείων» (Εκδόσεις ΚΟΝΙΔΑΡΗ)
3. ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ- Ομήρου «Οδύσσεια», Μετάφραση: Νικ. Νικολίτσης
4. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΔΟΜΗ- « ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»
5. ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (φωτογραφίες)

Αναγνώστες