Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Μυκήνες

 ΜΥΚΗΝΕΣ



ΓΕΝΙΚΑ
Η αρχαία πόλη των Μυκηνών βρίσκεται στη Πελοπόννησο και ειδικότερα 5 χλμ βόρεια του Άργους. Ήταν χτισμένη στον βορειοανατολικό μυχό της αργολικής πεδιάδας και αποτέλεσε το κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς πολιτισμούς, ο  οποίος διήρκησε από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Βρισκόταν σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο, πάνω σε ένα φυσικό λόφο μεταξύ δυο κορυφών της οροσειράς του Τρητού. Ήταν στη σπουδαιότερη οδική αρτηρία μεταξύ Άργους, Φλειούντα, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου.
Η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες, άλλοι την αποδίδουν στη λέξη μυχός (= το πιο βαθύ και εσωτερικό ενός πράγματος, μιας τοποθεσίας, κλπ), ως προσδιοριστική της θέσης της. Αρχαίοι συγγραφείς το αποδίδουν στην ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ινάχου (=μυθολογικό πρόσωπο, βασιλιάς του Άργους). Άλλοι τη συνδέουν με τη λέξη μύκης (=μύκητας, μανιτάρι), θεωρώντας ότι  η πόλη πήρε το όνομά της από το μύκητα του ξίφους του ιδρυτή της, Περσέα. Τέλος κάποιοι γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με το τοπωνύμιο Μυκαλησσός και Μύκαλη, τα οποία θεωρούνται προελληνικά.
Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση, ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας (=γιος του Δία και της Δανάης), τον οποίο διαδέχτηκαν στο θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο Ευρυσθέας, γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο Ευρυσθέα σκότωσε ο γιος του Ηρακλή, Ύλλος. Έτσι η δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Αμυθαννιδών - Πελοπιδών. Απόγονος της δυναστείας αυτής ήταν ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, και ιδρυτής της γενιάς των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα (ο Μενέλαος ήταν βασιλιάς της Σπάρτης τότε), ο οποίος ήταν και αρχηγός της εκστρατείας στη Τροία, οι Μυκήνες και γενικότερα το κράτος των Μυκηνών, ήταν στη μεγαλύτερη ακμή. Ο Όμηρος ο οποίος ανέφερε πρώτος τις Μυκήνες, περιγράφει τους πλατείς δρόμους τους, τα ωραία οικοδομήματα και τον πλούτο τους. Μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών, η οποία πραγματοποιήθηκε στο διάστημα της βασιλείας του Tισσαμενού, γιου του Ορέστη(= γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας), οι Μυκήνες περιήλθαν σε δεύτερη μοίρα και σημαντικότερη πόλη της αργολικής πεδιάδας αναδείχτηκε το Άργος. Δια τήρησαν την ανεξαρτησία τους και σε υστερότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έστειλαν ογδόντα άντρες στη μάχη των Θερμοπυλών και τετρακόσιους (μαζί με την Τίρυνθα) στις Πλαταιές, για να γραφτεί το όνομά τους στην αναθηματική πλάκα που έστησαν οι Πανέλληνες στους Δελφούς. Τελικά τις κατέλαβε, ύστερα από μακρά πολιορκία , το πάντοτε εχθρικό προς αυτούς Άργος, το 468 π.Χ. και σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, οι κάτοικοι κατέφυγαν οι μισοί στη Μακεδονία και οι υπόλοιποι στις Κλεωνές και στη Κερύνεια. Από τότε οι Μυκήνες ερήμωσαν. Κάποια μικρή κώμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο- 2ο αι. π.Χ. αλλά δεν διατηρήθηκε. Το 1ο αι. π.Χ. επισκεύθηκε τα μυκηναϊκά ερείπια ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος περιέγραψε την περιοχή, αναφέροντας τα τείχη και τη Πύλη των Λεόντων, τη Περσεία κρήνη, τους θησαυρούς του Ατρέα και των γιων του καθώς επίσης τους τάφους του Ατρέα, του Ευρυμέδοντα, της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Περιηγητές επισκεύθηκαν τις Μυκήνες και στα νεότερα χρόνια και περιέγραψαν ή απεικόνησαν τα μνημεία. Αλλά στην επιφάνεια αναδύθηκαν στα τέλη του 19ου αι. (το 1874) από τον Γερμανό Ερρίκο Σλήμαν, οδηγούμενος από τη περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και που έπειτα συνεχίστηκαν από Γερμανούς, Άγγλους και Έλληνες αρχαιολόγους.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Οι Μυκήνες σήμερα όπως φαίνονται, αποτελούνται από την τειχισμένη ακρόπολη (όπου βρίσκονται τα ανάκτορα, οι οικίες, και τα νεκροταφεία), από τη τειχισμένη κάτω πόλη (η οποία περιλαμβάνει οικίες και νεκροταφεία) και από συνοικισμούς γύρω από το τείχος.

Η ακρόπολη που βρίσκεται σε υψόμετρο 278μ. και έχει μήκος 300μ. εχει ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα και περιβαλλόταν από ισχυρότατο τείχος, εκτός ίσως από τη απόκρημνη  και βραχώδη νότια πλευρά της, η οποία διέθετε φυσική οχύρωση. Το τείχος που διατηρείται σε άριστη κατάσταση, είναι κατασκευασμένο από μαύρες πέτρες της περιοχής, κατά το λεγόμενο «κυκλώπειο τρόπο», δηλαδή με τεράστιους ακατέργαστους  λίθους, τα κενά των οποίων είχαν γεμίσει με λιθάρια. Υπάρχουν όμως και τμήματα χτισμένα με το πολυγωνικό ή το ισοδομικό σύστημα, γεγονός το οποίο μπορεί να αποδοθεί πιθανώς σε διάφορες χρονολογικές φάσεις κατασκευής και επισκευών των τειχών. Το αρχικό τείχος θεωρείται ότι κατασκευάστηκε τον 15ο αι. π.Χ. Το πάχος του τείχους ποικίλει από τρία έως εφτά μέτρα. Σε μερικά σημεία όμως όπου κάτω από το τείχος  έχουν κατασκευαστεί μικρές έξοδοι, σήραγγες, υπόνομος ή υπόγεια μυστική δεξαμενή για να συγκεντρώνεται το νερό από τη Περσεία πηγή, το πάχος φτάνει τα 14μ.
Το τείχος είχε δυο πύλες. Τη κύρια, γνωστή ως Πύλη των Λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία του, και μια δευτερεύουσα, τη λεγόμενη  βόρεια πύλη. Η Πύλη των Λεόντων, η οποία διατηρεί τα ίχνη δίφυλλης θύρας, έχει άνοιγμα 3,15μ. στη βάση και 2,75μ. στο ανώτερο τμήμα της και ύψος 3,15μ., αποτελούμενη από δυο κάθετες μονολιθικές παραστάδες, στην οποία στηρίζεται το μονολιθικό υπέρθυρο (μήκους 4,50μ., πλάτους 1,98μ., πάχους στη μέση 0,80μ., βάρους κατά τους υπολογισμούς 18 τόνων), πάνω στο οποίο σχηματίζεται ανακουφιστικό τρίγωνο, που κλείνει με το ανάγλυφο των λεόντων, το αρχαιότερο –όπως συμβατικά θεωρείται (γιατί υπάρχουν και αρχαιότερα δείγματα γλυπτικής στις Μυκήνες)- δείγμα μνημειακής γλυπτικής του δυτικού πολιτισμού. Είναι μια τριγωνική (πλάτους στη βάση 3,90μ. και πάχους 0,70μ.) πλάκα τιτανόλιθου, στην εξωτερική όψη της οποίας εικονίζονται δυο λιοντάρια αντιμέτωπα, με έναν μινωϊκό κίονα ανάμεσά τους. Η συμβολική παράσταση του αναγλύφου είναι αμφιλεγόμενη. Κατά μια άποψη συμβολίζει τη θεία καταγωγή του βασιλικού οίκου, κατ’ άλλη τη βασιλική ισχύ και κατά μια τρίτη απεικονίζει το βασιλικό θυρεό (=έμβλημα, οικόσημο).
Καθώς εισέρχεται κάποιος από τη Πύλη των Λεόντων συναντά αμέσως δεξιά τα ερείπια διώροφου κτιρίου, πιθανώς αποθήκης, και αμέσως ύστερα τον λεγόμενο περίβολο Α΄  των βασιλικών τάφων, δηλαδή το βασιλικό νεκροταφείο, έναν χώρο ο οποίος περιβαλλόταν από κυκλικό τείχισμα διαμέτρου 26,5μ., με διπλές κάθετα χτισμένες πλάκες, όπου βρίσκονται έξι βασιλικοί τάφοι χρονολογούμενοι στον 16ο αι. π.Χ. Μέσα στους τάφους αυτούς οι οποίοι είναι λαξευμένοι στους βράχους, λακκοειδείς (δηλαδή έχουν ορθογώνιο σχήμα), με πάτωμα στρωμένο με χαλίκια και πλευρές επενδυμένες με ξερολιθιά πάνω στην οποία στηρίζονταν οι πλάκες της στέγης, ο Σλήμαν ανακάλυψε το 1876-1877, έναν πραγματικό θησαυρό από χρυσά –αλλά και από άλλες πολύτιμες ύλες – κοσμήματα και σκεύη, μαζί με 19 σκελετούς (9 ανδρών, 8 γυναικών και 2 παιδιών). Τα άλλα ευρήματα, κτερίσματα των τάφων, ήταν χρυσές προσωπίδες, πόρπες και περόνες, περιδέραια, χρυσά νομίσματα ραμμένα σε ύφασμα, χρυσά, αργυρά, χάλκινα, πήλινα και λίθινα αγγεία, χάλκινα όπλα με χρυσές διακοσμήσεις και πολλά άλλα. Το συνολικό βάρος των ευρημάτων στους τάφους αυτούς του πρώτου βασιλικού περιβόλου των Μυκηνών είναι 14 kgr και σήμερα βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Στα νοτιοανατολικά του περιβόλου των βασιλικών τάφων βρίσκονται λείψανα ιδιωτικών οικιών, οι οποίες φέρουν συμβατικές ονομασίες σχετικά με τους ανασκαφείς (για παράδειγμα, οικία Τσούντα) ή τα ευρήματα (οικία του αγγείου των πολεμιστών). Στα ερείπια των προϊστορικών αυτών κτισμάτων κατασκευάστηκαν νέες οικίες, κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Αριστερά από τη Πύλη Λεόντων αρχίζει η πλατιά ανηφορική οδός, η οποία οδηγεί στην ακρόπολη όπου έμενε ο βασιλιάς, η βασιλική οικογένεια και οι αξιωματούχοι. Η οδός αυτή καταλήγει μπροστά από την αυλή του ανακτόρου, σε έναν χώρο με λιθόκτιστα θρανία στις δύο πλευρές, απ’όπου εισέρχεται κανείς στα ανάκτορα μέσω μιας πέτρινης σκάλας πλάτους 2,80μ., της οποίας σώζονται 22 σκαλιά.
Το ανάκτορο το οποίο στο β΄ μισό του 14ου αι, π.Χ., αποτελείται από το μέγαρο των ανδρών και από διάφορους δευτερεύοντες χώρους. Το μέγαρο των ανδρών, δηλαδή το κυρίως ανάκτορο,  αποτελείται από τρεις χώρους, ο ενδότερος από τους οποίους ήταν το κυρίως μέγαρο, η βασιλική αίθουσα συνεδριάσεων και υποδοχής των ξένων, διαστάσεων 12,90 Χ 11,50μ., με στέγη που υποβασταζόταν από τέσσερις ξύλινους κίονες με πέτρινες βάσεις, μεταξύ των οποίων υπήρχε κυκλική εστία από πηλό επιχρισμένη με ασβεστοκονίαμα και διακοσμημένη με γραπτές παραστάσεις. Το δάπεδο ήταν επίσης διακοσμημένο με τετράγωνα σχήματα και οι τοίχοι με τοιχογραφίες. Στα βόρεια του μεγάρου των ανδρών υπήρχαν άλλα δωμάτια, πιθανώς ενδιαιτήματα γυναικών και του υπηρετικού προσωπικού. Τα ανασκαφικά ευρήματα ενός από τους χώρους αυτούς οδηγούν στην υπόθεση ότι ήταν αφιερωμένο στη λατρεία των θεών. Το μυκηναϊκό αυτό ιερό κατά το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται κάτω από δύο μεταγενέστερους ναούς, έναν αρχαϊκό ναό του 7ου – 6ου αι π.Χ. και έναν των ελληνιστικών χρόνων.
Κατοικημένη ήταν η ανατολική κλιτύς της ακρόπολης. Από τα διάφορα οικοδομήματα της, ενδιαφέροντα είναι δύο: το λεγόμενο εργαστήριο των καλλιτεχνών  και η οικία των κιόνων. Το πρώτο, που αποτελείται από μια κεντρική στενόμακρη υπαίθρια αυλή, δύο διαδρόμους και δύο σειρές δωματίων (μια σκάλα που σώζεται μαρτυρεί ότι υπήρχε και δεύτερος όροφος), φαίνεται, από το σχέδιο και από τα ανασκαφικά ευρήματα, ότι αποτελούσε την ανατολική πτέρυγα του ανακτόρου και πιθανώς το χρησιμοποιούσαν οι τεχνίτες των Μυκηνών. Η οικία των κιόνων, η οποία ονομάστηκε έτσι από τους κίονες της κεντρικής υπαίθριας αυλής, ήταν πιθανώς κατοικία μέλους της βασιλικής οικογένειας.
Μοναδική αδυναμία της απόρθητης ακρόπολης των Μυκηνών ήταν η έλλειψη πηγαίου νερού. Για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα, δημιούργησαν μια υπόγεια δεξαμενή στη βορειοανατολική γωνία της ακρόπολης και επεξέτειναν το τείχος στο σημείο αυτό για να τη προστατεύσουν. Η είσοδος της υπόγειας αυτής δεξαμενής σε σχήμα υψικόρυφου τόξου, βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία της επέκτασης. Μια κλιμακωτή κατηφορική κάθοδος διαπερνά ολόκληρο το πάχος του βόρειου τείχους,  συνεχίζεται και έξω από το τείχος υπογείως, φτάνει σε ένα πλατύσκαλο και από εκεί αρχίζει μια σκάλα με 83 σκαλιά, που καταλήγει σε φρεατοειδή δεξαμενή βάθους 5μ., πάνω από την οποία υπάρχει άνοιγμα, στο οποίο φτάνει ένα υπόγειο υδραγωγείο. Όλη αυτή η κατασκευή είναι από τα σημαντικότερα έργα της ακρόπολης των Μυκηνών.
Έξω από την ακρόπολη υπάρχουν δύο κατηγορίες μνημείων: οι οικίες των αστών οι οποίοι κατοικούσαν στη περιοχή και οι τάφοι.
Οι οικίες των αστών, πλαισιωμένες από τους τάφους των προγόνων τους, ήταν χτισμένες σε μικρές ομάδες, οι οποίες δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους (κατά κώμας).Από τις αστικές αυτές κατοικίες έχουν αποκαλυφθεί ελάχιστα ερείπια. Δύο είναι τα σημαντικότερα κτιριακά συγκροτήματα έξω από τη μυκηναϊκή ακρόπολη, τα λεγόμενα οικήματα ή εργαστήρια αρωμάτων, δεξιά του αμαξιτού δρόμου που οδηγεί στην ακρόπολη και τα οικήματα του λόφου της Παναγίτσας. Τα πρώτα είναι διάφορα οικήματα με συμβατικά ονόματα, όπως δυτική οικία, οικία των σφιγγών, οικία των ασπίδων, οικία του λαδέμπορου, αντίστοιχα προς τα σχετικά ευρήματα (ελεφαντοστά κοσμημένα με σφίγγες ή με το θέμα των οκτάσχημων ασπίδων και πιθάρια λαδιού). Οι εγκαταστάσεις που αποκαλύφθηκαν και η αναγραφή αρωματικών φυτών σε πινακίδες γραμμένες με τη λεγόμενη γραφή Γραμμική Β΄, οδηγούν στο πιθανό συμπέρασμα ότι τα οικήματα αυτά ήταν εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων τα οποία εξάγονταν στην Ανατολή. Τα οικήματα του λόφου της Παναγίτσας παρέχουν σαφή εικόνα των ενδιαιτημάτων των πλούσιων αστών. Οι οικίες έχουν συνήθως ένα κεντρικό δωμάτιο με στρογγυλή ή τετράπλευρη εστία στη μέση, αντίστοιχο προς το μέγαρο των ανακτόρων, δωμάτια, υπόγεια, διαδρόμους καθώς και υπαίθρια αυλή. Οι τοίχοι είναι χτισμένοι στο κατώτερο τμήμα με πέτρες και στο ανώτερο με πλίνθους και τα δάπεδα είναι επιχρισμένα με κονίαμα.

ΟΙ ΤΑΦΟΙ
Τα πιο ενδιαφέροντα όμως λείψανα έξω από την ακρόπολη των Μυκηνών είναι οι τάφοι (όλων των ειδών της εποχής), οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν κατά την μακραίωνη μυκηναϊκή περίοδο, όπως στους παλαιότερους λακκοειδείς και στους μεταγενέστερους θολωτούς, που τους χρησιμοποιούσαν για τους βασιλιάδες και τα μέλη των οικογενειών τους, και στους θαλαμωτούς, που προορίζονταν  για τους αστούς. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση τάφων βρίσκεται στο νεκροταφείο το οποίο αποκαλύφθηκε το 1952, στο λεγόμενο Β΄ βασιλικό περίβολο. Περιβάλλεται και αυτό, όπως και το άλλο που είχε αποκαλυφθεί τη διετία 1876-1877 μέσα στην ακρόπολη, από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους, από τους οποίους οι 14 είναι βασιλικοί  κα\άθετοι λακκοειδείς και οι υπόλοιποι τετράπλευροι μικροί, λαξευμένοι στο βράχο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λεγόμενος τάφος Ρ, χτιστός, όμοιοι του οποίου έχουν  βρεθεί μόνο στη Συρία και στη Κύπρο. Οι τάφοι του Β΄ βασιλικού περιβόλου είναι αρχαιότεροι από τους τάφους της ακρόπολης, τα έθιμα ταφής όμως και ο τρόπος κατασκευής είναι όμοια, όπως όμοια είναι και τα κτερίσματα (προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, όπλα, αγγεία χρυσά, ασημένια, χάλκινα, πήλινα και λίθινα καθώς και σφραγίδες).
Άλλοι τάφοι έξω από τη μυκηναϊκή ακρόπολη είναι οι λεγόμενοι θολωτοί, οι οποίοι προορίζονταν για τους βασιλιάδες και είναι μεταγενέστεροι των λακκοειδών. Εννέα τέτοιοι τάφοι βρέθηκαν σε διάφορα σημεία, χρονολογούμενοι μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. Οι πιο ενδιαφέροντες από τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών είναι ο λεγόμενος θησαυρός του Ατρέα και οι λεγόμενοι τάφοι του Αιγίσθου και της Κλυταιμνήστρας. Ο θησαυρός του Ατρέα που παλιότερα τον ονόμαζαν και τάφο του Αγαμέμνονα, στα νότια των οικιών του λόφου της Παναγίτσας, είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Μόνο η διακόσμηση της πρόσοψής του δεν υπάρχει. Ένας δρόμος λαξευμένος στο βράχο με μήκος 36μ. και πλάτος 6μ., οδηγεί στην είσοδο του τάφου, του οποίου η πρόσοψη έχει ύψος 10,50μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40μ., πλάτος 2,66μ. κάτω και 2,46 επάνω. Το  βάθος της δε είναι 5,20μ. Στις δύο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις όπου στηρίζονταν ημικιόνια των οποίων τμήματά τους βρίσκονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Γλυπτή διακόσμηση κάλυπτε και το ανώτερο τμήμα και το άνοιγμα του  ανακουφιστικού τριγώνου. Ο θάλαμος του τάφου, ο οποίος είναι στρογγυλός, έχει διάμετρο 14,60μ. και ο θόλος του, ύψους 13,30μ., κατασκευασμένος κατά το εκφορικό σύστημα, στενεύει συνεχώς προς τα επάνω, για να καταλήξει στη κορυφή σε ένα στενό άνοιγμα. Εκείνο που εκπλήσσει στη κυκλώπεια αυτή κατασκευή και συνάμα δείχνει το μέτρο της ισχύος και της ευημερίας των Μυκηνών είναι η τελειότητα της κατασκευής και της τέχνης της. Υπάρχει πάντα το ερώτημα, από τον οποιονδήποτε που έχει μελετήσει αλλά και από τον απλό επισκέπτη των Μυκηνών όπως και εμέ του ιδίου, πώς ήταν δυνατόν να τοποθετούν οι Μυκηναίοι με τόση ακρίβεια και καλαισθησία, τεράστιους ογκόλιθους. Πληροφοριακά, η πλάκα του υπερθύρου προς το εσωτερικό, έχει μήκος 9μ., πλάτος 5μ., και πάχος 1.20μ. Το δε βάρος του υπολογίζεται στους 120 τόνους!
Ο λεγόμενος τάφος της Κλυταιμνήστρας που επίσης είναι θολωτός, είναι απλούστερος από τον θησαυρό του Ατρέα. Ο δρόμος του έχει μήκος 37μ., το πλάτος του δε είναι 6μ. Ο θάλαμός του έχει διάμετρο 13,50μ. και ο αναστηλωμένος θόλος του έχει ύψος 13μ.
Όμοιος είναι και ο λεγόμενος τάφος του Αιγίσθου.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Μυκηνών που λειτουργεί από τον Ιούλιο του 2003 εκτείθονται ευρήματα από τις ανασκαφές όπως αγγεία, αμφορείς, υδρίες, κύλικες και αλάβαστρα, ζωγραφισμένα με θέματα από τον κόσμο των φυτών και της θάλασσας. Επίσης εκτίθενται πήλινα ειδώλια, οστέινα και λίθινα αντικείμενα με ζωγραφιστή διακόσμηση που προέρχονται από την Οικία των Ειδώλων. Τα κτερίσματα από τους τάφους και ειδικότερα τα χρυσά, εκτείθονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών αλλά έχουν τοποθετηθεί ακριβή αντίγραφα που κατασκευάστηκαν στη Γερμανία.
Πλούσιο εποπτικό υλικό αλλά και μακέτες, δίνουν στον επισκέπτη κατά τη περιήγηση στο Μουσείο, μια πλήρη εικόνα για την ακμή και τη πτώση του μεγάλου,  Μυκηναϊκού πολιτισμού.

ΠΗΓΕΣ:
1.      Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
2.      «ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ : Ελλάδα-Ρώμη» του Γιάννη Λάμψα
3.      ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ του Γ. Μπαμπινιώτη

4.      Διαδίκτυο (φωτογραφίες)

Αναγνώστες