Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

«Απολλόδωρε, έφη, και μην και έναγχός σε εζήτουν
βουλόμενος διαπυθέσθαι την Αγάθωνος ξυνουσίαν και
Σωκράτους και Αλκιβιάδου και των άλλων των τότε εν
τω συνδείπνω παραγενομένων, περί των ερωτικών
λόγων, τίνες ήσαν….».
                                                                      Πλάτων : Συμπόσιον
«Απολλόδωρε, μα την αλήθεια, σ’ έψαχνα και πιο πριν,
γιατί ήθελα να σε ρωτήσω για τη συνάντηση που είχαν ο Αγάθωνας
ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης και διάφοροι άλλοι που
παρευρέθησαν τότε σ’εκείνο το κοινό δείπνο ,να μου πεις τι είπανε
για τη φύση των ερωτικών λόγων …»
                                                                                Μετάφραση : Αλέκα Τσοκάκη
Σκηνή από συμπόσιο. Οι συνδαιτημόνες παίζουν κότταβο ενώ μία κοπέλα αυλό.
Αττικός ερυθρόμορφος κρατήρας
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Μαδρίτης. 420 π. Χ.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Λόγω των ημερών, όπου οι περισσότεροι θα βρεθούμε μπροστά σε ένα τραπέζι, για καλό φαγητό και κρασί, αλλά και θα αναπτύξουμε κάθε είδους συζήτηση με τα φιλικά και συγγενικά πρόσωπα που θα απαρτίζουν την ομήγυρη. Θεώρησα επίκαιρο λοιπόν, να αναφερθώ σε κάτι ανάλογες, ¨συχνές συγκεντρώσεις¨, καθημερινή συνήθεια των αρχαίων ημών προγόνων, τα συμπόσια. Ονομασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, στη πλούσια συνεστίαση με κρασί, την οποία συνδύαζαν με μουσική, απαγγελία και συζητήσεις.

ΓΕΝΙΚΑ
Το συμπόσιο περιλάμβανε δύο αυτοτελή μέρη, το δείπνο και το ποτό. Το δείπνο το θεωρούσαν κάτι δευτερεύον, κρατούσε πολύ λίγο και γινόταν χωρίς πολλές συνομιλίες, ειδικά πνευματικές. Αμέσως μετά το φαγητό, οι δούλοι αφαιρούσαν τα μικρά τραπέζια, καθάριζαν το πάτωμα πρόχειρα από αυτά που έπεφταν κάτω από τα φαγητά και πρόσφεραν μετά στους συνδαιτυμόνες αρωματικό σαπούνι και νερό για να πλύνουν τα χέρια τους. Ύστερα άρχιζαν να πίνουν. Υπήρχε μια ορισμένη εθιμοτυπία για να αρχίσουν την οινοποσία.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αρχικά άρχιζαν να πίνουν ανέρωτο το κρασί (άκρατος οίνος), προς τιμή του αγαθού δαίμονα, τους μοίραζαν στεφάνια και μύρα. Κατόπιν έκαναν σπονδές σε διάφορους θεούς και έψαλλαν ύμνο προς το τιμώμενο θεό. Όταν άρχιζε η οινοποσία, το κρασί  ήταν νερωμένο (κεκραμένος οίνος) και το έπιναν από ένα μεγάλο κρατήρα που βρισκόταν στη μέση, όπου γινόταν το νέρωμα. Πολλές φορές έπιναν από ένα ποτήρι όλοι και το κέρασμα προχωρούσε από τα αριστερά προς τα δεξιά. Τον  τρόπο που θα έπιναν τον κανόνιζαν με κοινή συμφωνία ή με την εκλογή ενός συμποσιάρχη, που όριζε απολυταρχικά πότε και πόσο θα έπινε ο καθένας. Εδώ θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να δούμε το ρόλο του συμποσίαρχου. Ήταν εκείνος που είχε τη διεύθυνση του συμποσίου, κατόπιν εκλογής ή με κλήρωση. Ο συμποσίαρχος μπορούσε να δίνει εντολή σε κάποιον από τους συμποσιαστές να κάνει κάτι που να προκαλέσει το γέλιο των άλλων. Σε εκείνους που δεν εκτελούσαν την εντολή του είχε το δικαίωμα να επιβάλλει τιμωρία, η οποία και πάλι προκαλούσε το γέλιο. Γενικά, ήταν εκείνος που φρόντιζε για τη καλή διεξαγωγή του συμποσίου και είχε στην υπηρεσία του τους οινοχόους και τους θεράποντες. Μετά από την απαραίτητη αυτή επεξήγηση, επανερχόμαστε στο κυρίως θέμα μας. Αργότερα καταργήθηκε αυτό το σύστημα του εξαναγκασμού και μπορούσε ο καθένας να πίνει όσο ήθελε ελεύθερα. Τότε χρησιμοποιούσαν περισσότερα ποτήρια και όποιος ήθελε κρασί , έκανε νόημα στο δούλο, που εκτελούσε χρέη οινοχόου, να τον κεράσει. Το συνηθισμένο τέλος των συμποσίων αυτών ήταν να μεθύσουν ή να αποκοιμηθούν όλοι. Καμιά φορά μάλιστα έβγαιναν τα ξημερώματα μεθυσμένοι στους δρόμους και πήγαιναν να συνεχίσουν σε άλλα σπίτια που γίνονταν συμπόσια. Επειδή όμως το κρασί ήταν νερωμένο, αργούσαν να μεθύσουν και γέμιζαν το χρόνο τους με διάφορες συζητήσεις και απολαύσεις. Μερικοί οικοδεσπότες μίσθωναν καλλιτέχνες, γελωτοποιούς και θαυματουργούς (κάτι σαν τους σημερινούς ταχυδακτυλουργούς) για να τους διασκεδάσουν. Επίσης έφερναν αυλητρίδες (=γυναίκες ελαφρών ηθών συνήθως που έπαιζαν αυλό) και ορχηστρίδες (=χορεύτριες που ως μέλη του θιάσου των αυλητρίδων, διασκέδαζαν με τη χορευτική τους τέχνη τους συμποσιάζοντες), που πρόσφεραν τη τέχνη τους και ενδεχομένως και άλλου είδους ¨απολαύσεις¨.  Στο έργο ¨Συμπόσιον¨του Πλάτωνα, απουσιάζουν οι αυλητρίδες και οι ορχηστρίδες. Στις περισσότερες καλλιεργημένες τάξεις είχε γίνει προσπάθεια να μην καλούν τέτοια πρόσωπα και να θεωρούν πως ένας μορφωμένος, καλλιεργημένος και ελεύθερος άνθρωπος δεν χρειάζεται τέτοια άτομα για να διασκεδάσει. Ο κάθε συμπότης ήταν τότε υποχρεωμένος να προσφέρει στη συντροφιά, την προσωπική συμβολή του και έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, όπως το να λύνουν αινίγματα ή ένα παιχνίδι όπου ο ένας ήταν υποχρεωμένος να  παρομοιάσει τον άλλον με ένα ζώο ή ένα αντικείμενο και ο άλλος απαντούσε με παρομοίωση πάλι. Όταν το επίπεδο ήταν ακόμη πιο υψηλό, τότε η συμβολή ήταν ένα ποίημα ή ένα τραγούδι, που θα έπρεπε να είναι αυτοσχέδιο και επίκαιρο, κάτι -ας μας επιτραπεί η έκφραση- σαν τις κρητικές μας μαντινάδες. Τα ποιήματα αυτά άρεσαν τόσο πολύ μερικές φορές, που τα επαναλάμβαναν και έξω από το συμπόσιο και κυκλοφορούσαν ανώνυμα. Άλλοτε πάλι έδιναν ένα θέμα για να το εξηγήσουν ή να το αναπτύξουν οι άλλοι, όπως στίχους κάποιου ποιητή ή κάποια παραδοξολογία, και αυτό έπρεπε να γίνεται με πνεύμα και χάρη, χωρίς σχολαστικότητα ή εριστικότητα. Αργότερα όμως , άρχισαν να το κάνουν με σχολαστικότητα και το  συμπόσιο μετατρεπόταν σε κέντρο επίλυσης επιστημονικών μικροπροβλημάτων ή επίδειξη σοφίας. Όλα αυτά γίνονταν με τη σειρά, όπως όριζε ο συμποσίαρχος ή εκείνος που όριζε το θέμα. Πολλές φορές το θέμα δεν ήταν όμοιο για όλους. Ο προηγούμενος όριζε, μετά την εκτέλεση της εντολής του, το θέμα της ομιλίας του επομένου. Έτσι εξασφάλιζαν πως οι επόμενοι θα πρόσεχαν τις ομιλίες και δεν θα ήταν απασχολημένοι με την ετοιμασία της δικής τους ομιλίας, που έπρεπε να είναι πραγματικά αυτοσχέδια. Τα συμπόσια είχαν αναπτυχθεί σε οργανωμένο και χαρακτηριστικό κοινωνικό θεσμό, με κανονισμούς και καθορισμένη εθιμοτυπία. Ήταν μια μορφή κοινωνικής συγκέντρωσης σε μια εποχή που έλειπαν τα σημερινά καφενεία. Τα συμπόσια είχαν αρχίσει να γίνονται από τον 5ο αι. στα σπίτια των πλουσίων που αποτελούσαν κέντρα για την ανταλλαγή ιδεών και για πνευματικές ζυμώσεις. Αλλά ο θεσμός ήταν ήδη ανεπτυγμένος από την εποχή του Ομήρου. Ο Νέστωρ ήταν της γνώμης πως ένα καλό συμπόσιο δημιουργούσε την πιο κατάλληλα ατμόσφαιρα για να συζητηθούν βαρετές υποθέσεις. Από την Οδύσσεια γνωρίζουμε επίσης τα μεγαλοπρεπή συμπόσια στα ανάκτορα του Αλκίνοου και του Οδυσσέα.
Το συμπόσιο άρχιζε συνήθως νωρίς το βράδυ και συνεχιζόταν έως το πρωί. Οι καλεσμένοι έπαιρναν θέση σε μαλακά ντιβάνια με προσκέφαλα, όπου στήριζαν τον αριστερό αγκώνα τους και άρχιζαν και έτρωγαν με το δεξί τους χέρι. Τα ντιβάνια αυτά τα τοποθετούσαν σε σχήμα Π, όπου στο καθένα από αυτά έπαιρναν θέση δύο ή τρία πρόσωπα, ανάλογα με το μήκος τους (ψηλοί-κοντοί) και τον αριθμό των καλεσμένων τους. Αν ο αριθμός των συμποτών ήταν περιορισμένος, είχαν μόνο τρία κρεβάτια, το λεγόμενο τρίκλινο. Το ντιβάνι το τοποθετούσαν διαγωνίως, ώστε να χωράει όλο το σώμα πάνω. Η εκλογή των θέσεων είχε πολλές φορές μεγάλη σημασία και ο οικοδεσπότης ¨βασανιζόταν¨ για το πώς θα έπρεπε να τοποθετήσει τον καθένα ώστε να μην δημιουργηθούν παράπονα. Ο Λουκιανός στο έργο του ¨Συμπόσιο¨ , μας περιγράφει σφοδρές λογομαχίες ανάμεσα στους φιλοσόφους, σχετικά με τη θέση που έπρεπε να καθίσουν. Συνήθως το ακρινό κρεβάτι προς τα αριστερά ήταν η θέση του οικοδεσπότη. Με τη τοποθέτηση αυτή των κρεβατιών οι συμπότες έβλεπαν όλοι τα πρόσωπά τους όταν μιλούσαν. Στο κενό που σχημάτιζε το Π τοποθετούσαν τους κρατήρες και άλλα βοηθητικά σκεύη και κυκλοφορούσαν εκεί οι δούλοι που τους υπηρετούσαν. Αλλά ο θεσμός των συμποσίων δεν ήταν δυνατόν να διατηρηθεί. Εξέλιπε, όπως εξέλιπε και η λιτή κοινωνία μέσα στην οποία είχε αναπτυχθεί. Τα μετέπειτα συμπόσια των ελληνιστικών μεγαλουπόλεων και των πλούσιων Ρωμαίων είχαν ως περιεχόμενο φαγοπότια αφάνταστης πολυτέλειας, που ο Πλάτωνας τα είχε ήδη δικάσει στις Συρακούσες, και περιλάμβαναν κατώτερης ποιότητας μουσικές και παντομιμικές απολαύσεις ή έπαιρναν χαρακτήρα ομαδικών οργίων.



ΠΗΓΕΣ:
1.            «ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ελλάδα-Ρώμη» του Γιάννη Λάμψα
2.            ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΔΟΜΗ
3.            «ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ» - Πλάτωνα : Συμπόσιον
4.            ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ                       

Αναγνώστες